Στο επίκεντρο της στρατηγικής του αμερικανικού οίκου παραμένουν οι ελληνικές τράπεζες, αλλά και οι εισηγμένες που έχουν άμεση έκθεση στον εγχώριο επενδυτικό κύκλο.
Κορυφαία επιλογή της Morgan Stanley μεταξύ των τραπεζών είναι η Alpha Bank, ενώ θετική είναι η στάση της και για τη Eurobank και την Τράπεζα Πειραιώς. Στις μη χρηματοοικονομικές εταιρείες, οι βασικές επιλογές είναι η ΔΕΗ και η Metlen.
Ανάπτυξη με «καύσιμο» τις επενδύσεις
Η Morgan Stanley διατηρεί θετικές εκτιμήσεις για την ελληνική οικονομία, προβλέποντας ανάπτυξη του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2% τόσο το 2026 όσο και το 2027.
Βασικός μοχλός της ανάπτυξης αναμένεται να παραμείνει η εγχώρια ζήτηση, με τις επενδύσεις να διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο.
Οι πάγιες επενδύσεις έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά 90% από τα τέλη του 2019, ενώ για την περίοδο 2026-2027 η Morgan Stanley αναμένει μέση ετήσια αύξηση περίπου 7%.
Σημαντική στήριξη στον επενδυτικό κύκλο παρέχουν οι ευρωπαϊκοί πόροι, οι δημόσιες επενδύσεις και οι άμεσες ξένες επενδύσεις, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που, σύμφωνα με τον οίκο, εξακολουθεί να προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Η δυναμική αυτή αποτυπώνεται ήδη στις εισηγμένες. Οι επενδύσεις των ελληνικών μη χρηματοοικονομικών εταιρειών που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο αυξήθηκαν από περίπου 2,8 δισ. ευρώ το 2020 στα 8,2 δισ. ευρώ το 2025.
Η Morgan Stanley εκτιμά ότι οι επενδύσεις θα ανέλθουν στα 10,3 δισ. ευρώ το 2026 και στα 11,2 δισ. ευρώ το 2027.
Το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων κατευθύνεται σε τομείς όπως η ενέργεια, τα δίκτυα, η βιομηχανία και οι ψηφιακές υποδομές. Παράλληλα, ο αυξημένος επενδυτικός ρυθμός δημιουργεί θετικές δευτερογενείς επιπτώσεις και για τη ζήτηση τραπεζικής χρηματοδότησης.
Οι τράπεζες στο επίκεντρο της ελληνικής αγοράς
Για τη Morgan Stanley, οι ελληνικές τράπεζες αποτελούν έναν από τους πιο άμεσους τρόπους τοποθέτησης στην εγχώρια οικονομική ανάπτυξη.
Στο ευρωπαϊκό κλαδικό μοντέλο του οίκου, ο τραπεζικός κλάδος κατατάσσεται τρίτος μεταξύ περίπου 30 κλάδων, με τη θετική εικόνα να στηρίζεται στις αναθεωρήσεις των εκτιμήσεων για τα κέρδη, στις αποτιμήσεις, στις αυξήσεις των τιμών-στόχων και στις εταιρικές εξελίξεις.
Η Morgan Stanley προτιμά τις τράπεζες που συνδυάζουν μεγαλύτερη ευαισθησία στην οικονομική ανάπτυξη με χαμηλότερες αποτιμήσεις.
Η Alpha Bank αποτελεί την κορυφαία επιλογή, με τιμή-στόχο στα 5,50 ευρώ. Ο οίκος θεωρεί ελκυστική την αποτίμησή της, καθώς διαμορφώνεται περίπου στις 8 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2028.
Παράλληλα, σημαντικοί καταλύτες αναμένεται να προκύψουν από το επενδυτικό σχέδιο που αναμένεται να παρουσιαστεί τον Νοέμβριο, αλλά και από την ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες.
Για τη Eurobank, η τιμή-στόχος τοποθετείται στα 5,40 ευρώ. Η Morgan Stanley εστιάζει στον συνδυασμό της σχετικά χαμηλής αποτίμησης με την υψηλή κερδοφορία της τράπεζας.
Η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE) εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 19% το 2028, ενώ η παρουσία σε Ελλάδα, Βουλγαρία και Κύπρο προσφέρει επιπλέον πηγές ανάπτυξης και γεωγραφική διαφοροποίηση.
Στην Τράπεζα Πειραιώς, η τιμή-στόχος ανέρχεται στα 12,30 ευρώ. Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, βασικά πλεονεκτήματα αποτελούν η υψηλή έκθεση στην ελληνική οικονομία, η ισχυρή καταθετική βάση και τα περιθώρια για περαιτέρω πιστωτική επέκταση.
Πιο αμυντικά αντιμετωπίζει ο οίκος την Εθνική Τράπεζα, για την οποία δίνει τιμή-στόχο στα 19,30 ευρώ. Η Morgan Stanley αναγνωρίζει την ποιότητα της τράπεζας, ωστόσο εμφανίζεται λιγότερο θετική λόγω της υψηλότερης σχετικής αποτίμησης.
Σε επίπεδο κλάδου, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαπραγματεύονται κατά μέσο όρο με περίπου 10% discount έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών, με βάση τα εκτιμώμενα κέρδη του 2028.
ΔΕΗ και Metlen «παίζουν» στον επενδυτικό κύκλο
Πέρα από τις τράπεζες, η Morgan Stanley ξεχωρίζει τη ΔΕΗ και τη Metlen, καθώς και οι δύο εταιρείες βρίσκονται στο επίκεντρο του νέου επενδυτικού κύκλου στην Ελλάδα.
Για τη ΔΕΗ, η Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα του επενδυτικού σχεδίου, παρά τη σημαντική διεθνοποίηση του ομίλου.
Από το συνολικό επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 24,2 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2030, περίπου 12,5 δισ. ευρώ, ήτοι το 52%, αναμένεται να κατευθυνθούν στην Ελλάδα.
Παράλληλα, η εγχώρια αγορά εκτιμάται ότι θα συνεισφέρει περίπου το 63% των λειτουργικών κερδών του ομίλου το 2030.
Η Morgan Stanley θεωρεί ότι η ελληνική δραστηριότητα της ΔΕΗ παρουσιάζει χαμηλότερο κίνδυνο εκτέλεσης σε σύγκριση με τις νέες διεθνείς αγορές στις οποίες επεκτείνεται ο όμιλος. Βασικοί λόγοι είναι η υφιστάμενη υποδομή, η τεχνογνωσία και η πρόσβαση στο δίκτυο.
Μέχρι το 2030, η ΔΕΗ σχεδιάζει σημαντική αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος στην Ελλάδα, με έμφαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σε νέες τεχνολογίες.
Σε νέο επενδυτικό κύκλο βρίσκεται και η Metlen, με τις συνολικές επενδύσεις της έως το 2028 να εκτιμάται ότι θα ανέλθουν περίπου στα 2,5 δισ. ευρώ.
Πάνω από το 50% του ποσού αναμένεται να κατευθυνθεί στην Ελλάδα, με τις επενδύσεις να επικεντρώνονται μεταξύ άλλων σε βωξίτη, αλουμίνα, γάλλιο, άμυνα και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Το επόμενο «στοίχημα» η μετάβαση στις ανεπτυγμένες αγορές
Ένας ακόμη παράγοντας που μπορεί να στηρίξει την ελληνική αγορά είναι η σταδιακή μετάβαση της χώρας από το καθεστώς των αναδυόμενων σε εκείνο των ανεπτυγμένων αγορών.
Η Morgan Stanley εκτιμά ότι η διαδικασία βρίσκεται περίπου στη μέση της διαδρομής, με τις επόμενες αλλαγές στους δείκτες να μπορούν να ενισχύσουν την παρουσία διεθνών επενδυτών που τοποθετούνται στις αναπτυγμένες αγορές.
Οι αλλαγές στους δείκτες STOXX και FTSE αναμένεται να αυξήσουν σταδιακά τη συμμετοχή επενδυτών developed markets, ενώ η επικείμενη κίνηση του MSCI τον Μάιο του 2027 θεωρείται από τον οίκο το σημαντικότερο γεγονός για την προσέλκυση μακροπρόθεσμων διεθνών κεφαλαίων.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Morgan Stanley, η μετάβαση θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθαρές παθητικές εισροές της τάξης των 500 εκατ. δολαρίων.
Στους βασικούς ωφελημένους περιλαμβάνονται οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, η ΔΕΗ και ο ΟΤΕ.
Θετική στάση, αλλά με περισσότερες προκλήσεις
Το συνολικό μήνυμα της Morgan Stanley για την Ελλάδα παραμένει θετικό, με τον οίκο να βλέπει περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης μέσα από τις επενδύσεις, την πιστωτική επέκταση και την ενίσχυση των εταιρικών κερδών.
Την ίδια ώρα, όμως, η προσέγγιση γίνεται σταδιακά πιο επιλεκτική. Καθώς η αγορά πλησιάζει στο 2027, η θετική επίδραση από την αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς θα ωριμάζει, ενώ ο πολιτικός παράγοντας θα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα.
Για τη Morgan Stanley, επομένως, το επόμενο διάστημα δεν αφορά μόνο τη διατήρηση της θετικής εικόνας για την Ελλάδα, αλλά κυρίως την επιλογή των εταιρειών που μπορούν να μετατρέψουν τον επενδυτικό κύκλο της χώρας σε διατηρήσιμη αύξηση κερδών.
Ανάλυση για τις τράπεζες από τη Euroxx ΕΔΩ



