Παράλληλα, ήταν και παραμένει, παράδειγμα του τρόπου με τον οποίον η ανεξέλεγκτη δράση ιδιωτών και οι κατάλληλα καθοδηγούμενες «πρωτοβουλίες» παραγόντων των Μ.Μ.Ε μπορούν να συμβάλλουν στην κλιμάκωση μιας κρίσης μεταξύ όμορων χωρών που συνυπάρχουν σε ένα καθεστώς και κλίμα «ψυχρής ειρήνης», απειλώντας με την εκδήλωση μιας θερμής, ένοπλης αναμέτρησης.
Η προσάραξη του τουρκικού φορτηγού πλοίου «Φιγκέν Ακάτ» στην ανατολική βραχονησίδα Ίμια, ανήμερα των Χριστουγέννων του 1995, όπως και η επιμονή του πλοιάρχου «να αποκολληθεί από τουρκικό ρυμουλκό», αντιμετωπίσθηκαν αρχικά και από τα δυο Υπουργεία Εξωτερικών, αλλά και τα Μ.Μ.Ε στις δυο χώρες, ως ένα συνηθισμένο συμβάν ήσσονος σημασίας.
Ακριβώς ένα μήνα μετά, στις 25 Ιανουαρίου 1996, κι ενώ η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη – είχε εκλεγεί πρωθυπουργός από την Κ.Ο του ΠΑΣΟΚ στις 18 Ιανουαρίου – δεν είχε λάβει ακόμη Ψήφο Εμπιστοσύνης από την Βουλή, ο Δήμαρχος Καλύμνου μαζί με τρείς φίλους του ύψωσαν στα Ίμια την ελληνική σημαία.
Δυο ημέρες μετά, δημοσιογράφοι της γνωστής, για την προκλητική στάση της έναντι της Ελλάδας, εφημερίδας «Χουριέτ» αποβιβάστηκαν με ελικόπτερο στα Ίμια, κατέβασαν την ελληνική σημαία και ύψωσαν την τουρκική.
Ό,τι ακολούθησε, ως στρατιωτικοποίηση, ενός αρχικά περιορισμένης σημασίας τοπικού γεγονότος, με την ασφαλώς βαρύτατη επιβάρυνσή του από την απώλεια της ζωής τριών στελεχών του Πολεμικού Ναυτικού μας, είναι καταγεγραμμένο και γνωστό.
Έζησα την κρίση των Ιμίων, ως Διευθυντής Ειδήσεων της Ε.Τ-2 και ενήργησα για την ειδησεογραφική κάλυψη των γεγονότων με γνώμονα αφ’ ενός το καθήκον μου για την ενημέρωση των πολιτών, για κάθε πτυχή των εξελίξεων, κι αφ’ ετέρου την έγνοια να μην προκληθεί βλάβη, έστω και αθέλητα, στα συμφέροντα της χώρας, που μόλις είχε βγει από μια περίοδο κυβερνητικής αβεβαιότητας με την πολύμηνη νοσηλεία του Ανδρέα Παπανδρέου, στο Ωνάσειο.
Με απόγνωση παρακολουθούσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες που είχα στο γραφείο μου την απ’ ευθείας μετάδοση του απόπλου μονάδων του Πολεμικού Ναυτικού μας από τα τρία, τότε, ιδιωτικά κανάλια και τις έμπλεες «πατριωτικού» πολεμοχαρούς οίστρου περιγραφές των δημοσιογράφων τους.
Είχε διαμορφωθεί μια εικόνα και μια κατάσταση η οποία ενώ ελάχιστα προσέφερε στην τόνωση ή ανύψωση του ηθικού του λαού, ήταν πολύτιμη για την απέναντι πλευρά του Αιγαίου, καθώς έδινε πλήρη εικόνα και πληροφόρηση για την κινητοποίηση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, δίχως η Άγκυρα να καταβάλει καμμία προσπάθεια για την απόκτηση τους.
Την ίδια περίοδο στην Ε.Τ-1 Διευθύντρια Ειδήσεων ήταν η αείμνηστη Μένυα Παπαδοπούλου.
Με την Μένυα είχαμε μακρά θητεία στο πολιτικό-διπλωματικό ρεπορτάζ. Είχαμε καλύψει, για την Ε.Τ-1 ο υπογράφων και για την Ε.Τ-2 αυτή, καθώς και για τις εφημερίδες στις οποίες εργαζόμασταν την κρίση του Μαρτίου 1987 και τα της συναντήσεως Παπανδρέου-Οζάλ, στο Νταβός, ακριβώς τέτοιες ημέρες πριν από 38 χρόνια, και γνωρίζαμε πολύ καλά πόσο μπορεί να επιβαρύνει την αποστολή των διπλωματικών και των πολιτικών προϊσταμένων τους μια λανθασμένη επικοινωνιακή προβολή γεγονότων μείζονος εθνικής σημασίας.
Η κρίση στα Ίμια, όπως εξελισσόταν ήταν μια τέτοια περίπτωση.
Με θλίψη παρακολουθούσαμε τους υπουργούς Εξωτερικών και Εθνικής Αμύνης, Θεόδωρο Πάγκαλο και Γεράσιμο Αρσένη να περιφέρονται στα ιδιωτικά κανάλια, σε ώρες που θα έπρεπε να είναι στα Γραφεία τους ή στον Θάλαμο Επιχειρήσεων του ΓΕΕΘΑ. Ήταν μια συμπεριφορά που ουδέποτε θα επέτρεπαν στους εαυτούς τους οι προκάτοχοι τους, Κάρολος Παπούλιας και Γιάννης Χαραλαμπόπουλος.
Είχαμε αποφασίσει, με την Μένυα, όχι μόνον να μην τους καλέσουμε στα studio’s των Ειδήσεων, αλλά και να μην αναμεταδίδουμε όσα έλεγαν εκτός των Γραφείων τους περιφερόμενοι από κανάλι σε κανάλι, δίκην σχολιαστών.
Αυτή ήταν μια εικόνα παρακμιακή, πραγματικά προσβλητική για την χώρα κι όχι το «ευχαριστώ» που απηύθυνε προς την Αμερικανική κυβέρνηση για την διαμεσολάβηση της, να αποσοβηθεί ένα θερμό ελληνοτουρκικό επεισόδιο, ο πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, από το βήμα της Ελληνικής Βουλής.
Μια εβδομάδα μετά την λήξη του επεισοδίου στα Ίμια, ο υπουργός Τύπου και κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δημήτρης Ρέππας, συγκάλεσε στο Γραφείο του Προέδρου της ΕΡΤ-Α.Ε, Παναγιώτη Παναγιώτου, μια κλειστή σύσκεψη για να συζητηθεί η τηλεοπτική κάλυψη όσων συνέβησαν.
Ομολόγησε ότι η κυβέρνηση είχε αιφνιδιασθεί από την τροπή και την εξέλιξη των παραμέτρων της κρίσης και δεν είχε έτοιμη στρατηγική και σχέδιο για την επικοινωνιακή διαχείριση της.
Ζήτησε από τους δυο συμμετέχοντες στην σύσκεψη Δ/ντές Ειδήσεων να ετοιμάσουν και να του υποβάλουν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διαχείρισης ανάλογων περιστατικών.
Εργασθήκαμε συστηματικά με την Μένυα, αξιοποιώντας και την διεθνή πρακτική και εμπειρία, για την άρθρωση ενός σχεδίου, όχι επιβολής λογοκρισίας, αλλά αποτελεσματικής αντιμετώπισης και επικοινωνιακής διαχείρισης μιας πολύμορφης κρίσης.
Το υποβάλλαμε, με την ένδειξη «απόρρητο», σε τρία αντίγραφα, κι ύστερα ο καθένας πήρε τον δρόμο του…
** Τις ίδιες ημέρες, κορυφαίος υπουργός της κυβέρνησης – και πολύ κοντά στον Κώστα Σημίτη – με ρώτησε εάν υπήρχε ενδεχόμενο στην όξυνση της κρίσης με την Τουρκία να εμφιλοχώρησαν και υπολογισμοί, στο πλαίσιο της σοβούσας στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ αντιπαράθεσης, από παράγοντες που δεν ήταν ικανοποιημένοι από την εκλογή Σημίτη στην πρωθυπουργία.



