• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
ΕΕ και πολιτικές λιτότητας: Οι δημόσιες επενδύσεις ως «μοχλός» ανάπτυξης
21:59 - 08 Νοε 2025

ΕΕ και πολιτικές λιτότητας: Οι δημόσιες επενδύσεις ως «μοχλός» ανάπτυξης

Σε κρίσιμο σταυροδρόμι βρίσκεται η ΕΕ, αφού, για να πετύχει τους στρατηγικούς της στόχους στην κλιματική δράση και την ψηφιοποίηση, οι επενδύσεις σε υποδομές θα πρέπει να αυξηθούν σε όλα τα κράτη-μέλη. Έτσι, εν μέσω γεωπολιτικών εντάσεων που αναδιαμορφώνουν το παγκόσμιο εμπόριο η ΕΕ είναι αναγκασμένη να στραφεί σε εγχώριους «κινητήρες», προκειμένου να βγει ζωντανή – και δυνατότερη – από αυτή τη μετάβαση.  

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Social Europe, το «κλειδί» βρίσκεται στις δημόσιες επενδύσεις, καθώς έτσι μπορεί να τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα και να μειωθεί η ανεργία, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.

Το επενδυτικό κενό της Ευρώπης

Η Γηραιά Ήπειρος είναι αντιμέτωπη με ετήσιο επενδυτικό κενό ύψους 750 έως 800 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 4,5% του ΑΕΠ της Ε.Ε., που καλύπτει την ενεργειακή ασφάλεια, τις ψηφιακές υποδομές και την απανθρακοποίηση. Η Έκθεση Ντράγκι για την ανταγωνιστικότητα της ένωσης είναι σαφής: οι δημόσιες επενδύσεις είναι απαραίτητες για την επίτευξη των στρατηγικών στόχων της Ευρώπης.

Αυτό που ο Ντράγκι περιγράφει με όρους οικονομικής αναγκαιότητας είναι φανερό σε πολλούς επιμέρους τομείς. Ένας εξ αυτών, η απανθρακοποίηση που απαιτεί τεράστια δημόσια δέσμευση. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να επενδύσουν μαζικά σε ενεργειακά δίκτυα, μεταφορές και ανακαινίσεις κτιρίων, δηλαδή επιπλέον 1% του ΑΕΠ κάθε χρόνο έως το 2030.

Ωστόσο, οι τρέχουσες δημοσιονομικές τάσεις δεν κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση. Η ανάλυση των πολυετών δημοσιονομικών σχεδίων δείχνει ότι περίπου το ένα τρίτο των κρατών-μελών προβλέπει μειώσεις στις δημόσιες επενδύσεις τα επόμενα χρόνια.

Έτσι, όσο πιο αυστηρή είναι η δημοσιονομική προσαρμογή, τόσο μεγαλύτερη είναι και η περικοπή στις επενδύσεις. Αυτό σημαίνει πως χωρίς πολιτική παρέμβαση, η ώθηση που χρειάζεται για τις πράσινες και ψηφιακές υποδομές δεν θα έρθει ποτέ.

Η μακροοικονομική απόδοση των δημόσιων επενδύσεων

Η μελέτη του Social Europe περιλαμβάνει στοιχεία για τον μακροοικονομικό αντίκτυπο των δημόσιων επενδύσεων στην ανάπτυξη, την ανεργία, την ιδιωτική επένδυση και τη σχέση χρέους προς ΑΕΠ.

Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι πως τα ευρήματα της έκθεσης ανατρέπουν την συμβατική αντίληψη περί δημοσιονομικής αυστηρότητας. Δείχνουν, δηλαδή, πως υπάρχει τρόπος οι δημόσιες επενδύσεις να μην αποδειχτούν δημοσιονομικά επικίνδυνες. Και ο τρόπος αυτός είναι εάν αποδίδουν υψηλότερα οφέλη και φορολογικά έσοδα απ’ ό,τι αυξάνουν το χρέος. Σε αυτήν την περίπτωση, ο δανεισμός για τη χρηματοδότησή τους θα είναι εντός λογικών πλαισίων και άρα δεν θα διαταράξει τη δημοσιονομική ισορροπία.

Με βάση δεδομένα και από τις 27 χώρες της Ε.Ε., η ανάλυση δείχνει ότι κάθε 1 ευρώ δημόσιας επένδυσης δημιουργεί περίπου 1,30 ευρώ πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας μέσα σε τρία χρόνια – ένας πολλαπλασιαστής 1,3 που συμφωνεί με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ και άλλες διεθνείς μελέτες.

Πέρα από αυτό, τα οφέλη δεν περιορίζονται στην ανάπτυξη, αφού με την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, η ανεργία μειώνεται και ο ιδιωτικός τομέας τείνει να ενισχύεται αντί να «παραγκωνίζεται». Παράλληλα, η αύξηση του εθνικού εισοδήματος διατηρεί σταθερό το λόγο χρέους προς ΑΕΠ σε βάθος τριετίας, ακόμη και όταν το κράτος δανείζεται για επενδύσεις.

Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ΕΕ πρέπει να αυξήσει τις δημόσιες επενδύσεις κατά τουλάχιστον 1% του ΑΕΠ ετησίως για να πετύχει τους στόχους της σε ενέργεια, μεταφορές και ψηφιακές υποδομές· στόχο απόλυτα εφικτό, εφόσον υιοθετηθούν τα κατάλληλα πολιτικά πλαίσια.

Τροχοπέδη οι πολιτικές λιτότητας και η μειωμένη παραγωγικότητα

Το βασικό εμπόδιο είναι η δημοσιονομική πίεση που ασκούν οι νέοι κανόνες της ΕΕ, ωθώντας πολλά κράτη-μέλη σε πολιτικές λιτότητας. Κι αυτό, όμως, θα μπορούσε – όπως τονίζεται στην έκθεση – να λυθεί, εάν οι κυβερνήσεις αξιοποιούσαν στο μέγιστο την ευελιξία των κανόνων και να αναθεωρούσαν τις παρωχημένες παραδοχές για τον αντίκτυπο των επενδύσεων στην ανάπτυξη και το χρέος.

Υπό το ίδιο πρίσμα, κομβικής σημασίας θα ήταν και η αύξηση της συγχρηματοδότησης ευρωπαϊκών προγραμμάτων, τα οποία εξαιρούνται από τον κανόνα δαπανών, καθώς επίσης και η δημιουργία ενός νέου ευρωπαϊκού επενδυτικού μηχανισμού. Αυτός θα μπορούσε να διαδεχθεί το NextGenerationEU, καλύπτοντας τα κενά που ανέδειξε η έκθεση Ντράγκι.

Άλλωστε, οι υψηλότεροι επενδυτικοί πολλαπλασιαστές (άνω του 1,5) επιτυγχάνονται όταν οι δαπάνες στοχεύουν σε πραγματικές ανάγκες υποδομών, έρευνα και ανάπτυξη, ενίσχυση θεσμών και διαρθρωτική αλλαγή.

Αυτό, φυσικά, δεν είναι άσχετο με την προειδοποίηση – η οποία επανέρχεται συχνά τον τελευταίο καιρό και όχι μόνον από τον Ντράγκι – ότι η Ευρώπη εξαρτάται σε υπερβολικό βαθμό από το εξωτερικό, πράγμα έχει περιορίσει επικίνδυνα την παραγωγικότητά της και ως εκ τούτου την καθιστά μη ανταγωνιστική.

Τελευταία τροποποίηση στις 08/11/2025 - 22:07