Η Λαγκάρντ εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξη για τη δυναμική της τεχνητής νοημοσύνης. Παρά τις συζητήσεις περί υπερβολικών αποτιμήσεων, τόνισε ότι τα πρώτα οικονομικά οφέλη είναι ήδη ορατά και μάλιστα καταγράφονται πιο γρήγορα σε σύγκριση με τεχνολογικές μεταβάσεις προηγούμενων δεκαετιών. «Αν αυτή είναι η πορεία της οικονομίας και η AI αποδειχθεί καταλύτης, η Ευρώπη οφείλει να βρεθεί στην πρώτη γραμμή», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Το χαμένο έδαφος και μια δεύτερη ευκαιρία
Οι επισημάνσεις της έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΕ προσπαθεί να ανακτήσει ρυθμούς ανάπτυξης. Η έκθεση του Μάριο Ντράγκι για το 2024 κατέδειξε ξεκάθαρα ότι η παραγωγικότητα στην Ευρώπη υστέρησε επειδή η ήπειρος δεν αξιοποίησε εγκαίρως την ψηφιακή μετάβαση. Η Λαγκάρντ τόνισε ότι αυτή τη φορά οι συνθήκες είναι διαφορετικές και ότι η γρήγορη υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να μετατρέψει τον «χαμένο χρόνο» σε ευκαιρία.
Σημείωσε μάλιστα πως δεν είναι απαραίτητο η Ευρώπη να κατέχει την πρωτιά στην ανάπτυξη προηγμένων μοντέλων AI. «Το στοίχημα δεν είναι μόνο η καινοτομία, αλλά η διάχυση της τεχνητής νοημοσύνης σε κάθε κλάδο, από την υγεία έως τη βιομηχανία», ανέφερε.
Τα εμπόδια που κρατούν πίσω την ήπειρο
Η Πρόεδρος της ΕΚΤ δεν έκρυψε ότι οι προκλήσεις παραμένουν σημαντικές. Υψηλό ενεργειακό κόστος, ρυθμιστικός κατακερματισμός και ανολοκλήρωτες κεφαλαιαγορές λειτουργούν ως τροχοπέδη σε όποια φιλόδοξη τεχνολογική στρατηγική.
«Αν δεν επιταχύνουμε τις μεταρρυθμίσεις, η τεχνητή νοημοσύνη θα υιοθετηθεί πιο αργά και η Ευρώπη θα χάσει ξανά έδαφος», προειδοποίησε. Προέτρεψε επίσης σε βαθύτερη ενοποίηση της αγοράς κεφαλαίων, ώστε να κατευθυνθούν περισσότερα επενδυτικά κεφάλαια σε έργα και τεχνολογίες μακράς πνοής.
Ένας «ισχυρός δεύτερος» παγκόσμιος παίκτης
Παρότι αναγνώρισε ότι ΗΠΑ και Κίνα βρίσκονται ήδη πολύ μπροστά, η Λαγκάρντ υπογράμμισε ότι η Ευρώπη μπορεί ακόμη να εδραιώσει ρόλο πρωταγωνιστή, αρκεί να κινηθεί αποφασιστικά. Η υιοθέτηση της AI σε μεγάλη κλίμακα, υποστήριξε, μπορεί να προσδώσει ανταγωνιστικότητα σε κλάδους που σήμερα πιέζονται από το αυξανόμενο κόστος και τον διεθνή ανταγωνισμό.



