Ο Αμερικανός πρόεδρος, επικαλούμενος λόγους «εθνικής ασφάλειας», άφησε ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο χρήσης στρατιωτικής ισχύος για την προσάρτηση της αυτόνομης περιοχής της Δανίας. Πρόκειται για δηλώσεις που, αν και δεν είναι πρωτοφανείς, αποκτούν σήμερα διαφορετικό βάρος: προέρχονται από τον εν ενεργεία ένοικο του Λευκού Οίκου και στρέφονται ευθέως κατά κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ.
Η αντίδραση της Δανίας ήταν ασυνήθιστα ευθεία. Η πρωθυπουργός Μέτε Φρέντερικσεν διατύπωσε μια φράση-ταμπού για τη Δύση: «Αν οι ΗΠΑ επιτεθούν σε σύμμαχο του ΝΑΤΟ, όλα τελειώνουν εκεί». Με μία πρόταση, έθεσε υπό αμφισβήτηση τον ίδιο τον πυρήνα της συλλογικής ασφάλειας που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η «μανία» του Τραμπ με τη Γροιλανδία δεν είναι καινούρια. Ήδη από την πρώτη του θητεία (2017–2021) είχε προτείνει την αγορά της, προκαλώντας τότε διεθνή θυμηδία. Το 2025, ωστόσο, η ρητορική είναι σαφώς πιο επιθετική. Δηλώσεις στελεχών του Λευκού Οίκου, όπως της εκπροσώπου Τύπου Κάρολαϊν Λεβίτ, ότι εξετάζεται ακόμη και η στρατιωτική επιλογή, εντείνουν την ανησυχία στην Ευρώπη.
Τυπικά, το αμερικανικό επιχείρημα στηρίζεται στον φόβο ρωσικών και κινεζικών βλέψεων στην Αρκτική. Όμως η επιχειρηματολογία παρουσιάζει σοβαρά κενά. Οι ΗΠΑ και η Δανία δεσμεύονται ήδη από διμερείς συμφωνίες ασφάλειας, ενώ είναι και οι δύο μέλη του ΝΑΤΟ. Στη Γροιλανδία λειτουργούν εδώ και δεκαετίες αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις, γεγονός που καθιστά τον ισχυρισμό ότι η Ουάσινγκτον «χρειάζεται» την πλήρη κυριαρχία του νησιού για λόγους ασφάλειας εξαιρετικά αδύναμο.
Στον πραγματικό πυρήνα της υπόθεσης βρίσκονται οι φυσικοί πόροι. Η Γροιλανδία διαθέτει τεράστια αποθέματα πετρελαίου, αλλά και σπάνιων γαιών — κρίσιμων για την πράσινη μετάβαση και την τεχνολογική βιομηχανία. Εκτιμάται ότι μόνο οι σπάνιες γαίες θα μπορούσαν να καλύψουν τις ευρωπαϊκές ανάγκες για δεκαετίες, μειώνοντας την εξάρτηση από την Κίνα. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο η Ουάσινγκτον όσο και το Πεκίνο παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.
Παρά ταύτα, οι ίδιοι οι Γροιλανδοί απορρίπτουν τόσο την προοπτική ενσωμάτωσης στις ΗΠΑ όσο και την εκτεταμένη εξόρυξη, κυρίως για περιβαλλοντικούς λόγους. Η φωνή τους, ωστόσο, απουσιάζει σχεδόν πλήρως από τον δημόσιο διάλογο των μεγάλων δυνάμεων. Επιπλέον, η πληροφορία του Reuters ότι ο Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο να χρηματίσει τους κατοίκους της Γροιλανδίας έναν προς έναν φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πολιτική και τη διπλωματία συνολικά: ως συναλλαγές επιχειρηματικού τύπου, στα πρότυπα του real estate.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πολιτικό και στρατηγικό: μπορεί το ΝΑΤΟ να επιβιώσει αν ο ισχυρότερος πυλώνας του απειλεί ευθέως έναν σύμμαχο; Η απάντηση που έδωσε η Δανή πρωθυπουργός ήταν ξεκάθαρη — και γι’ αυτό ακριβώς τόσο ανησυχητική. Ένα τέτοιο ρήγμα δεν θα ήταν απλώς θεσμικό. Θα σήμαινε το τέλος της δυτικής αξιοπιστίας και την είσοδο σε μια εποχή ωμής ισχύος, όπου το διεθνές δίκαιο υποχωρεί μπροστά στο «δίκαιο του ισχυρού».





