Ακόμη και όταν οι σχέσεις βρίσκονταν στο ναδίρ, υπήρχαν κανάλια επικοινωνίας, επιθεωρήσεις και ανταλλαγή δεδομένων. Για πρώτη φορά από το 1972 και μετά, αυτό το πλαίσιο παύει να υφίσταται πλήρως. Οι έλεγχοι της New START είχαν ήδη παγώσει από το 2020, όμως η τυπική ύπαρξη της συμφωνίας λειτουργούσε ως σημείο αναφοράς και ως δυνητική βάση επανεκκίνησης. Πλέον, ούτε αυτό υπάρχει.
Το αποτέλεσμα είναι ένα στρατηγικό κενό. Δεν υπάρχουν ανώτατα όρια για τα στρατηγικά πυρηνικά όπλα μεγάλου βεληνεκούς, ούτε θεσμοθετημένοι τρόποι επαλήθευσης. Η γνώση για τις πυρηνικές δυνατότητες της άλλης πλευράς βασίζεται πλέον σχεδόν αποκλειστικά σε τεχνικά μέσα και κατασκοπία, αυξάνοντας τον κίνδυνο παρερμηνειών και κλιμάκωσης. Σε ένα περιβάλλον όπου ο φόβος ότι ο «ανταγωνιστής» ενδέχεται να αναβαθμίζεται αρκεί για να πυροδοτήσει αντίστοιχες κινήσεις, η απουσία κανόνων ενισχύει την ανασφάλεια.
Το Κρεμλίνο είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας μονοετούς επέκτασης της συμφωνίας, πρόταση που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποδέχθηκαν. Έτσι, η New START καταγράφεται ως η τελευταία μεγάλη συμφωνία ελέγχου εξοπλισμών ανάμεσα σε Ουάσινγκτον και Μόσχα. Με τη λήξη της, μπαίνει και τυπικά τέλος σε περισσότερα από 50 χρόνια διμερών πυρηνικών περιορισμών.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται παρά το γεγονός ότι, από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, τα πυρηνικά οπλοστάσια είχαν ήδη μειωθεί δραστικά: από περίπου 70.000 πυρηνικές κεφαλές, ο κόσμος βρίσκεται σήμερα κοντά στις 12.000. Η Ρωσία διατηρεί τις περισσότερες, με τις ΗΠΑ να ακολουθούν πολύ κοντά. Όμως η απουσία ορίων και ελέγχων ανοίγει τον δρόμο για μια νέα φάση αναβάθμισης και –δυνητικά– αύξησης των πυρηνικών δυνατοτήτων.
Σήμερα, παγκοσμίως υπολογίζεται ότι υπάρχουν περίπου 12.000 πυρηνικές κεφαλές, αριθμός σημαντικά μειωμένος σε σχέση με τις περίπου 70.000 του Ψυχρού Πολέμου. Τις περισσότερες διαθέτει η Ρωσία, με εκτιμήσεις που κυμαίνονται μεταξύ 5.500 και 6.000 κεφαλών, διατηρώντας τα πυρηνικά στο επίκεντρο της στρατηγικής της αποτροπής. Πολύ κοντά ακολουθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, με περίπου 5.000–5.500 κεφαλές και πλήρη πυρηνική τριάδα, η οποία βρίσκεται σε φάση εκσυγχρονισμού.
Η Κίνα παραμένει αριθμητικά πίσω, με περίπου 500–600 πυρηνικές κεφαλές, ωστόσο καταγράφει τον ταχύτερο ρυθμό αύξησης, επενδύοντας συστηματικά στην επέκταση και αναβάθμιση του οπλοστασίου της. Η Γαλλία διαθέτει περίπου 290 κεφαλές, βασίζοντας την ανεξάρτητη πυρηνική της αποτροπή σε υποβρύχια και αεροπορικά μέσα, ενώ η Βρετανία διατηρεί περίπου 225–260 κεφαλές και στηρίζεται αποκλειστικά σε πυρηνικά υποβρύχια, σε στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ.
Ο λόγος περνά στην ... κατασκοπία
Χωρίς συμφωνία, δεν υπάρχουν πλέον ανώτατα όρια για τα στρατηγικά πυρηνικά όπλα μεγάλου βεληνεκούς. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι χάνεται η διαφάνεια: μέχρι πρότινος, κάθε πλευρά μπορούσε να επαληθεύσει αν ο «ανταγωνιστής» τηρούσε τις δεσμεύσεις του. Πλέον, η βασική πηγή πληροφόρησης για τα πυρηνικά προγράμματα των άλλων είναι η κατασκοπία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για παρερμηνείες, φόβους και κλιμάκωση.
Σημειώνεται πάντως ότι η Ρωσία έχει αφήσει ανοιχτό αυτό το ενδεχόμενο, κάτι που αρκετοί αναλυτές συνδέουν τόσο με την ιστορική εμπειρία του Ψυχρού Πολέμου όσο και με τους περιορισμούς της ρωσικής οικονομίας, η οποία δύσκολα θα μπορούσε να αντέξει έναν πλήρη αγώνα πυρηνικού επανεξοπλισμού με τις ΗΠΑ.
Την ίδια στιγμή, το βλέμμα της Ουάσινγκτον στρέφεται ολοένα και περισσότερο προς την Κίνα, η οποία αντιμετωπίζεται πλέον ως ο κύριος στρατηγικός ανταγωνιστής. Το Πεκίνο διαθέτει σαφώς μικρότερο πυρηνικό οπλοστάσιο, ωστόσο επενδύει με ταχείς ρυθμούς στην αναβάθμισή του, προσθέτοντας περίπου 100 πυρηνικές κεφαλές ετησίως. Αναλυτές εκτιμούν ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία το κινεζικό πυρηνικό πρόγραμμα θα μπορούσε να φτάσει σε επίπεδα που θα εντείνουν σημαντικά τις ανησυχίες των ΗΠΑ και, κατ’ επέκταση, τις παγκόσμιες εντάσεις.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι θα επιδιώξει μια νέα, «εκσυγχρονισμένη» εκδοχή της New START, η οποία θα περιλαμβάνει και την Κίνα. Το Πεκίνο, ωστόσο, δεν δείχνει διατεθειμένο να συμμετάσχει, ζητώντας πρώτα μερικό αφοπλισμό των υφιστάμενων πυρηνικών υπερδυνάμεων.
Πώς επηρεάζεται η Ευρώπη
Η Ευρώπη δεν επηρεάζεται άμεσα από τη λήξη της συμφωνίας, αλλά εισέρχεται σε έναν σαφώς πιο απρόβλεπτο και επικίνδυνο κόσμο. Το ερώτημα είναι αν οι πυρηνικές απειλές από τη Μόσχα –που στο παρελθόν εκφράζονταν συχνά με ιδιαίτερα σκληρή ρητορική– θα παραμείνουν περιορισμένες ή αν θα επανέλθουν σε πιο επιθετική μορφή. Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα του αν και πώς θα εξελιχθεί η αμερικανική στάση σχετικά με τη χρήση πυρηνικών όπλων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής άμυνας.
Παρά τη ζοφερή εικόνα, παραμένει μια συγκρατημένη ελπίδα ότι, σε βάθος χρόνου, οι ανταγωνιζόμενες πλευρές θα αναγνωρίσουν το τεράστιο οικονομικό και στρατηγικό κόστος ενός νέου πυρηνικού ανταγωνισμού και θα επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dg70kr71xpmp?integrationId=eexbs1jkg0kofln}






