Σύμφωνα με το Reuters, η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενες πιέσεις, μεταξύ άλλων από τα εμπορικά εμπόδια της εποχής Τραμπ και τους κινεζικούς περιορισμούς στις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών, την ώρα που χρειάζεται περισσότερους πόρους για να χρηματοδοτήσει την αποανθρακοποίηση, τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την ενίσχυση της άμυνάς της απέναντι στη Ρωσία.
Η οικονομική ανάπτυξη της ΕΕ υστερεί σταθερά έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας, ενώ η παραγωγικότητα και η καινοτομία – συμπεριλαμβανομένων τομέων όπως η τεχνητή νοημοσύνη – παραμένουν χαμηλότερες σε σύγκριση με τους παγκόσμιους ανταγωνιστές.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, θα φιλοξενήσει την άτυπη σύνοδο, προσκαλώντας τους πρώην πρωθυπουργούς της Ιταλίας, Μάριο Ντράγκι και Ενρίκο Λέτα, συγγραφείς σημαντικών εκθέσεων του 2024 για την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ και την ενιαία αγορά, να καταθέσουν τις απόψεις τους.
Η έκθεση Ντράγκι έχει εξελιχθεί σε οδικό χάρτη δράσης, ωστόσο μόλις το 15% των προτάσεών της έχει υλοποιηθεί πλήρως, ενώ περίπου οι μισές βρίσκονται σε φάση μερικής εφαρμογής ή εξέλιξης, σύμφωνα με το think tank European Policy Innovation Council.
Στο επίκεντρο της συνόδου θα βρεθούν η διαφοροποίηση του εμπορίου της ΕΕ και η απλοποίηση των κανονισμών, που συχνά επικρίνονται από τις επιχειρήσεις ως υπερβολικά πολύπλοκοι.
Η εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς αποτελεί επίσης βασική προτεραιότητα. Ο Ενρίκο Λέτα κάλεσε τους ηγέτες να δεσμευθούν για την ολοκλήρωση της – ακόμη κατακερματισμένης – ενιαίας αγοράς έως το 2028.
«Πιστεύω ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να απαντήσουμε στον Τραμπ και στις εξωτερικές πιέσεις που δέχεται η Ευρωπαϊκή Ένωση από την Κίνα, τη Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες με διαφορετικούς τρόπους», δήλωσε στο Reuters.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, υπογράμμισε την ανάγκη για σαφές χρονοδιάγραμμα στην επόμενη σύνοδο κορυφής τον Μάρτιο, επισημαίνοντας ότι οι ηγέτες πρέπει να δεσμευθούν σε αποφασιστικά βήματα.
Την παραμονή της συνόδου, περίπου 900 εταιρείες υπέγραψαν διακήρυξη ζητώντας τολμηρή και άμεση δράση, τονίζοντας ότι «παρότι η κατάσταση είναι κρίσιμη, το αποτέλεσμα δεν είναι προδιαγεγραμμένο».
Ο Αντρέα Ρέντα, διευθυντής έρευνας στο think tank CEPS, ανέφερε ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να διαθέτει τις δεξιότητες, τα κεφάλαια, τις καινοτόμες νεοφυείς επιχειρήσεις και την ποιότητα ζωής που απαιτούνται για την προσέλκυση κορυφαίων ταλέντων.
Τόνισε, ωστόσο, ότι η πρόκληση για την Ευρώπη είναι να κατευθύνει τη χρηματοδότηση σε τομείς αριστείας αντί να διαχέει τους πόρους σε ολόκληρη την Ένωση χωρίς στρατηγική στόχευση, καθώς και να προχωρήσει σε βαθύτερη ενοποίηση των κεφαλαιαγορών, ώστε να παραμείνει ανταγωνιστική απέναντι στην Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες.






