Η πρόταση, η οποία υποστηρίχθηκε κυρίως από βουλευτές της δεξιάς και της άκρας δεξιάς, στοχεύει στη μεγαλύτερη εφαρμογή των αποφάσεων απέλασης, καθώς σήμερα μόνο περίπου το 20% των αποφάσεων αυτών υλοποιείται στην πράξη.
Σύμφωνα με τους νέους κανόνες, τα κράτη μέλη θα μπορούν να στέλνουν σε αυτά τα κέντρα μετανάστες των οποίων η αίτηση ασύλου απορρίφθηκε. Τα κέντρα θα μπορούν να λειτουργούν τόσο πριν όσο και μετά την εξέταση της αίτησης, με στόχο την επιτάχυνση των διαδικασιών επιστροφής.
Η ιδέα των «κόμβων επιστροφών» δεν είναι νέα: πιλοτικά κέντρα έχουν λειτουργήσει στο παρελθόν, όπως το παράδειγμα της Ιταλίας στην Αλβανία, που όμως αντιμετώπισε νομικά εμπόδια και σήμερα φιλοξενεί μόλις λίγους δεκάδες μετανάστες. Ανάλογες συμφωνίες, όπως αυτή της Βρετανίας με τη Ρουάντα, εγκαταλείφθηκαν λόγω δικαστικών προσφυγών.
Μια ομάδα κρατών μελών (Δανία, Αυστρία, Ελλάδα, Γερμανία και Ολλανδία) μελετά ήδη πιλοτικά μοντέλα, με στόχο να ξεκινήσουν πιλοτικά προγράμματα πιθανώς έως το τέλος του έτους. Παράλληλα, χώρες όπως η Γαλλία και η Ισπανία παραμένουν επιφυλακτικές και δεν συμμετέχουν ενεργά στις συνομιλίες.
Η νέα νομοθεσία περιλαμβάνει αυστηρές κυρώσεις για όσους αρνούνται να εγκαταλείψουν την ΕΕ, όπως κατάσχεση εγγράφων ταυτότητας, κρατήσεις και παρατεταμένες απαγορεύσεις εισόδου. Επιπλέον, θεσπίζεται η αμοιβαία αναγνώριση των αποφάσεων απέλασης μεταξύ των κρατών μελών, ώστε μια απόφαση σε μία χώρα να ισχύει και σε άλλες.
Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις από οργανώσεις προστασίας των προσφύγων. Η Μάρτα Βελάντερ του International Rescue Committee χαρακτήρισε τα μέτρα «ιστορικό πισωγύρισμα για τα δικαιώματα των προσφύγων», εκφράζοντας ανησυχία για την αύξηση των κρατήσεων ευάλωτων ατόμων, συμπεριλαμβανομένων παιδιών.
Η έγκριση των μέτρων στηρίχθηκε στην ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ βουλευτών της δεξιάς και της άκρας δεξιάς, μια συμμαχία που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, ιδίως στη Γερμανία, και επικρίσεις από τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς.



