Οι δασμοί ως όπλο και όχι ως πολιτική εμπορίου
Όπως τονίζει το Project Syndicate, λίγο μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ κατέστησε σαφές ότι αντιμετωπίζει τους δασμούς ως όπλα και όχι ως εργαλεία εμπορικής πολιτικής. Τον Απρίλιο του 2025 παρουσίασε τους λεγόμενους δασμούς «Ημέρας Απελευθέρωσης», επιβάλλοντας υψηλές, διαφοροποιημένες ανά χώρα επιβαρύνσεις στις εισαγωγές. Επισήμως, στόχος ήταν η μείωση του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ, όμως τα ποσοστά συχνά δεν είχαν καμία ουσιαστική σχέση με την οικονομική πραγματικότητα.
Στην πράξη, οι δασμοί αυτοί σχεδιάστηκαν για να αποσπούν παραχωρήσεις: χώρες που θα μείωναν τα δικά τους εμπορικά εμπόδια θα ανταμείβονταν με χαμηλότερους αμερικανικούς δασμούς.
Ωστόσο, τα μέτρα αυτά δημιούργησαν τεράστια αβεβαιότητα, πλήττοντας τόσο εξαγωγείς όσο και εισαγωγείς. Η απρόβλεπτη συμπεριφορά του Τραμπ επιδείνωσε την κατάσταση, καθώς τα επίπεδα των δασμών ανακοινώνονταν, αναστέλλονταν, επανέρχονταν και αυξάνονταν χωρίς προειδοποίηση και χωρίς σαφή λογική.
Η σύγχυση εντάθηκε όταν άρχισαν να παρεμβαίνουν τα δικαστήρια. Τον Φεβρουάριο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Τραμπ υπερέβη τις εξουσίες που του παρέχει ο νόμος περί διεθνών οικονομικών εκτάκτων αναγκών του 1977. Νωρίτερα μέσα στον μήνα, το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου ακύρωσε την προσπάθειά του να επιβάλει οριζόντιο δασμό 10% σχεδόν σε όλες τις εισαγωγές.
Παρά ταύτα, η κυβέρνηση Τραμπ άσκησε έφεση και δήλωσε ότι θα αναζητήσει άλλους τρόπους για να διατηρήσει τους δασμούς. Ήδη έχει κινηθεί νομικά κατά 16 χωρών για «αθέμιτες εμπορικές πρακτικές». Ωστόσο, με το Ανώτατο Δικαστήριο να εμφανίζεται ολοένα και πιο επιφυλακτικό απέναντι στις μονομερείς αποφάσεις του, η επιβολή ενός τόσο εκτεταμένου καθεστώτος δασμών ίσως αποδειχθεί δύσκολη.
Συμφωνίες υπό πίεση: επενδύσεις ή «φόρος υποτέλειας»;
Παρά τα εμπόδια, ο Τραμπ κατάφερε να μετατρέψει τους δασμούς σε έναν μηχανισμό πίεσης που θυμίζει «προστασία», χρησιμοποιώντας εμπορικές διαπραγματεύσεις για να εξαναγκάσει εταίρους —όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν, η Σαουδική Αραβία και η Ευρωπαϊκή Ένωση— να διοχετεύσουν τεράστια κεφάλαια στην αμερικανική οικονομία.
Οι συμφωνίες με την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα είναι χαρακτηριστικές. Η Ουάσιγκτον στόχευσε και τις δύο χώρες επιβάλλοντας δασμούς 25% στις εξαγωγές αυτοκινήτων τους — βασικό πυλώνα των οικονομιών τους. Στην περίπτωση της Ιαπωνίας, ο δασμός αυξήθηκε στο 27,5% και στη συνέχεια μειώθηκε στο 15%, αφού η χώρα συμφώνησε να αυξήσει τις εισαγωγές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων και να επενδύσει 550 δισ. δολάρια σε στρατηγικούς τομείς των ΗΠΑ.
Με παρόμοια τακτική, ο Τραμπ πίεσε τη Νότια Κορέα να επενδύσει 350 δισ. δολάρια στις ΗΠΑ με αντάλλαγμα μείωση των δασμών στο 15%. Παρά τη διστακτικότητα, το κοινοβούλιο της χώρας ενέκρινε τη δημιουργία σχετικού επενδυτικού ταμείου. Ωστόσο, τον Ιανουάριο, ο Τραμπ επανέφερε τους δασμούς στο 25%, κατηγορώντας τη Σεούλ ότι δεν τήρησε τις δεσμεύσεις της.
Η στάση της Νότιας Κορέας δεν προκαλεί έκπληξη. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, οι ΗΠΑ ουσιαστικά ελέγχουν τη διάθεση των κεφαλαίων, με τον υπουργό Εμπορίου να ηγείται επιτροπής που επιλέγει τα έργα και τα υποβάλλει στον Τραμπ για έγκριση.
Ακόμη πιο προβληματικό είναι ότι πολλές από αυτές τις επενδύσεις δεν έχουν σαφή οικονομική λογική. Αν ήταν πραγματικά κερδοφόρες, θα τις υλοποιούσε ο ιδιωτικός τομέας χωρίς κρατική παρέμβαση. Αντίθετα, στοχεύουν κυρίως σε κλάδους όπου οι ΗΠΑ έχουν υψηλότερο κόστος παραγωγής από τους διεθνείς ανταγωνιστές τους — όπως η ναυπηγική βιομηχανία.
Οι συνέπειες: Στρεβλώσεις, ανισορροπίες και απώλεια αξιοπιστίας
Η πίεση δεν σταματά στις αρχικές επενδύσεις. Μετά την αποπληρωμή κεφαλαίου και τόκων, το 90% των κερδών θα κατευθύνεται στις ΗΠΑ, παρότι δεν συμμετείχαν στην αρχική χρηματοδότηση. Παράλληλα, παραμένουν κρίσιμα ερωτήματα: πώς θα εφαρμοστούν αυτές οι συμφωνίες; πόσα δημόσια κεφάλαια θα διοχετευθούν σε ιδιωτικές επιχειρήσεις; και θα υπάρξει ουσιαστική αξιολόγηση κόστους-οφέλους;
Με οποιονδήποτε λογικό ορισμό, τέτοιες συμφωνίες μοιάζουν περισσότερο με «φόρο υποτέλειας» —ή ακόμη και με διαφθορά— παρά με πραγματικές επενδύσεις. Επιπλέον, δεν είναι σαφές αν χώρες όπως η Νότια Κορέα μπορούν να αντέξουν δεσμεύσεις τέτοιου μεγέθους χωρίς σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις.
Η ειρωνεία είναι προφανής. Ο Τραμπ δικαιολογεί τους δασμούς ως μέσο μείωσης των εμπορικών ελλειμμάτων των ΗΠΑ. Ωστόσο, αν οι μαζικές εισροές κεφαλαίων υλοποιηθούν, είναι πιθανό να ενισχύσουν το δολάριο, να αυξήσουν τις εισαγωγές και τελικά να διευρύνουν τα ίδια ελλείμματα που υποτίθεται ότι στοχεύουν να περιορίσουν.
Ακόμη χειρότερα, η προσέγγιση αυτή στέλνει ένα σαφές μήνυμα: οι ΗΠΑ απομακρύνονται από τις αρχές της ελεύθερης αγοράς και είναι διατεθειμένες να χρησιμοποιήσουν την οικονομική τους ισχύ για να αποσπούν πόρους από πιο αδύναμες χώρες. Όταν η πολιτική εύνοια αντικαθιστά τον ανταγωνισμό ως βασική αρχή του διεθνούς εμπορίου, οι στρεβλώσεις που δημιουργούνται είναι αναπόφευκτο να διαχυθούν σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.





