Πιο αναλυτικά, η Ειδική Εισηγήτρια του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Ρωσία, Μαριάνα Κατζάροβα, δήλωσε στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη Γενεύη ότι η Ρωσία έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πλέον ενεργούς δράστες «διακρατικής καταστολής». Όπως ανέφερε, οι πρακτικές αυτές περιλαμβάνουν απόπειρες δολοφονίας, επιθέσεις και περιστατικά δηλητηρίασης.
«Το να φύγει κανείς από τη Ρωσία δεν σημαίνει ότι αφήνει πίσω του τη ρωσική καταστολή», σημείωσε η Κατζάροβα, παρουσιάζοντας την έκθεσή της. Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε αυτήν, από το 2022 έχουν εγκαταλείψει τη Ρωσία περίπου 650.000 έως 900.000 άνθρωποι.
Η ρωσική διπλωματική αποστολή στη Γενεύη δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα του Reuters για σχολιασμό της έκθεσης. Η Μόσχα έχει, πάντως, απορρίψει στο παρελθόν αντίστοιχες κατηγορίες για εχθρικές ενέργειες σε ξένο έδαφος, κατηγορώντας τη Δύση για εκστρατεία δυσφήμισης σε βάρος της.
Να σημειωθεί ότι η έκθεση, η οποία βασίζεται μεταξύ άλλων σε στοιχεία οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, αναφέρει ότι τα καταγεγραμμένα περιστατικά «διακρατικής καταστολής» σχεδόν τριπλασιάστηκαν. Από 29 περιστατικά κατά την περίοδο 2014-2021, ανήλθαν σε 89 την περίοδο 2022-2024.
Η Κατζάροβα επισημαίνει ότι η Ρωσία διαθέτει μακρά ιστορία δολοφονιών και εκφοβισμού αντιπάλων της εκτός συνόρων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δολοφονία του πρώην πράκτορα της KGB Αλεξάντερ Λιτβινένκο στο Λονδίνο το 2006.
Ωστόσο, σύμφωνα με την έκθεση, τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει τόσο η μέθοδος όσο και η κλίμακα των ενεργειών αυτών. Η ανοιχτή βία φαίνεται να έχει δώσει μεγαλύτερο χώρο σε πιο συγκαλυμμένες πρακτικές, οι οποίες περιλαμβάνουν διοικητικά μέτρα και ψηφιακά μέσα πίεσης.
Αποκλεισμός τραπεζικών λογαριασμών
Η έκθεση περιγράφει επίσης τον τρόπο με τον οποίο οι ρωσικές αρχές εντάσσουν ορισμένα πρόσωπα στον κατάλογο «τρομοκρατών και εξτρεμιστών» της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Χρηματοοικονομικής Εποπτείας της Ρωσίας. Η καταχώριση αυτή μπορεί να έχει συνέπειες και εκτός Ρωσίας, καθώς έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αποκλεισμού τραπεζικών λογαριασμών σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ευρώπης και των ΗΠΑ.
Παράλληλα, σύμφωνα με την έκθεση, οι ρωσικές αρχές έχουν περιορίσει την πρόσβαση πολιτών που βρίσκονται στο εξωτερικό σε προξενικές υπηρεσίες, καθώς και τη δυνατότητα έκδοσης ή ανανέωσης ταξιδιωτικών εγγράφων.
Η Κατζάροβα αναφέρεται χαρακτηριστικά στην περίπτωση της Έλενα Πουσκαριόβα. Η ρωσική πρεσβεία στον Καναδά φέρεται να αρνήθηκε να της παράσχει προξενικές υπηρεσίες, επικαλούμενη «απειλή για την ασφάλεια», αφού η ίδια είχε συμμετάσχει σε διαμαρτυρίες με αίτημα την απελευθέρωση του Αλεξέι Ναβάλνι και άλλων πολιτικών κρατουμένων.
Η Ρωσία είναι επίσης η χώρα που υποβάλλει τα περισσότερα αιτήματα σύλληψης μέσω της Ιντερπόλ. Ωστόσο, σύμφωνα με την Κατζάροβα, περίπου οι μισές από τις υποθέσεις που συνδέονταν με τη Ρωσία και εξετάστηκαν από το εποπτικό όργανο της Ιντερπόλ το 2024 δεν πληρούσαν τις προβλεπόμενες προδιαγραφές.
Σύμφωνα με την έκθεση, μεταξύ των προσώπων που βρίσκονται στο στόχαστρο περιλαμβάνονται μετανάστες που αντιτίθενται στον πόλεμο στην Ουκρανία, δημοσιογράφοι και μη κυβερνητικές οργανώσεις.
Οι πρακτικές αυτές καταγράφονται κυρίως στον Νότιο Καύκασο και στις χώρες της Κεντρικής Ασίας. Ωστόσο, η έκθεση υπογραμμίζει ότι τα τεκμηριωμένα περιστατικά έχουν αυξηθεί σημαντικά και στην Ευρώπη, καθώς και σε άλλες περιοχές εκτός της ευρύτερης περιοχής της Ρωσίας.



