Ειδικότερα, η κατανάλωση φυσικού αερίου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας που απαιτούν τα data centers εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 15 δισ. κυβικά πόδια ημερησίως στη δεκαετία έως το 2035. Η πρόβλεψη λαμβάνει υπόψη ακόμη και το ενδεχόμενο αρκετά από τα έργα που βρίσκονται σήμερα υπό σχεδιασμό να μην υλοποιηθούν τελικά.
Η ποσότητα αυτή ξεπερνά την κατανάλωση φυσικού αερίου που καταγράφεται σήμερα σε όλες τις χώρες, με εξαίρεση την Κίνα, τη Ρωσία, το Ιράν και τις ίδιες τις ΗΠΑ, σύμφωνα με στοιχεία της Υπηρεσίας Ενεργειακών Πληροφοριών των ΗΠΑ. Παράλληλα, η νέα εκτίμηση του BloombergNEF είναι πάνω από διπλάσια σε σχέση με την προηγούμενη πρόβλεψη του οργανισμού, η οποία είχε δημοσιευθεί τον Δεκέμβριο και τοποθετούσε την αύξηση στα 6,9 δισ. κυβικά πόδια ημερησίως.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις ενδείξεις ότι η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων ορυκτών καυσίμων. Με την ταχεία επέκταση των υποδομών που απαιτούνται για την AI, οι επενδυτικές επιδιώξεις των Big Tech έρχονται έτσι πιο κοντά στα συμφέροντα της παραδοσιακής βιομηχανίας πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Ένας από τους βασικούς παράγοντες που ενισχύουν τον ρόλο του φυσικού αερίου είναι η αφθονία του στις ΗΠΑ και το σχετικά χαμηλό κόστος παραγωγής του. Παράλληλα, οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο έχουν τη δυνατότητα να μεταβάλλουν γρήγορα την παραγωγή τους, ανταποκρινόμενες στις μεταβολές της ζήτησης από τα data centers, τα οποία λειτουργούν σε συνεχή βάση, 24 ώρες το 24ωρο.
Με βάση την πρόβλεψη του BloombergNEF, οι συγκεκριμένοι παράγοντες αναμένεται να οδηγήσουν το φυσικό αέριο να καλύψει το 69% της ηλεκτρικής ενέργειας που θα απαιτούν οι νέες εγκαταστάσεις που θα συνδεθούν με το δίκτυο.
Η ανάπτυξη των νέων υποδομών που συνδέονται με την έκρηξη της AI αναμένεται επίσης να καταστήσει τον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής τη δεύτερη μεγαλύτερη πηγή αύξησης της ζήτησης φυσικού αερίου στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία έως το 2035, σύμφωνα με το BloombergNEF.
Στην πρώτη θέση αναμένεται να βρεθεί η πρόσθετη ζήτηση που θα προκύψει από τους νέους τερματικούς σταθμούς εξαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), οι οποίοι τίθενται σε λειτουργία στις ακτές του Κόλπου των ΗΠΑ.
Συνολικά, η κατανάλωση φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή στις ΗΠΑ προβλέπεται να φτάσει τα 54 δισ. κυβικά πόδια ημερησίως έως το 2035, καταγράφοντας αύξηση κατά 18 δισ. κυβικά πόδια ημερησίως σε σχέση με το 2025. Για την ίδια περίοδο, η ζήτηση φυσικού αερίου που συνδέεται με τις εξαγωγές LNG εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά 21 δισ. κυβικά πόδια ημερησίως.
Ωστόσο, η αβεβαιότητα για την πορεία που θα ακολουθήσει η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης τα επόμενα χρόνια σημαίνει ότι η πρόβλεψη για την κατανάλωση φυσικού αερίου από τα data centers συνοδεύεται από σημαντικά περιθώρια απόκλισης.
Όπως δήλωσε ο Χένρι Ίτον, αναλυτής της αγοράς φυσικού αερίου στο BloombergNEF και επικεφαλής συντάκτης της έκθεσης, τα «περιθώρια σφάλματος» της εκτίμησης είναι «αρκετά μεγάλα — τόσο προς τα πάνω όσο και προς τα κάτω, για να είμαι ειλικρινής». «Οι εκτιμήσεις μας για τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας σίγουρα δεν είναι χαμηλές, αλλά δεν είναι και οι υψηλότερες στην αγορά».
Οι αυξανόμενες ανάγκες για φυσικό αέριο από την πλευρά των data centers που υποστηρίζουν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτηση από τις μονάδες εξαγωγής LNG, δημιουργούν «μια σύνθετη πρόκληση για τους εγχώριους παραγωγούς φυσικού αερίου».
Σύμφωνα με την έκθεση, οι παραγωγοί φυσικού αερίου στις ΗΠΑ προβλέπεται σήμερα να αυξήσουν την παραγωγή τους κατά 35 δισ. κυβικά πόδια ημερησίως μεταξύ 2025 και 2035. Ωστόσο, για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στην προβλεπόμενη ζήτηση, θα χρειαστεί να προσθέσουν ακόμη 11 δισ. κυβικά πόδια ημερησίως στην παραγωγή τους.
Η ανάλυση του BloombergNEF έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά ολοένα πιο αισιόδοξων εκτιμήσεων για τις προοπτικές του φυσικού αερίου στις ΗΠΑ, οι οποίες συνδέονται με την ταχεία ανάπτυξη των data centers και των εγκαταστάσεων LNG. Την ίδια ώρα, εντείνονται οι ανησυχίες ότι ορισμένα από τα υψηλότερης ποιότητας κοιτάσματα στα μεγάλα πεδία φυσικού αερίου της χώρας ενδέχεται να εξαντληθούν, καθώς οι ενεργειακές εταιρείες αυξάνουν τις γεωτρητικές δραστηριότητές τους.
Στο ίδιο πλαίσιο, η εταιρεία ενεργειακών αναλύσεων Wood Mackenzie είχε δηλώσει τον Ιούλιο ότι «η δεκαετία του φθηνού φυσικού αερίου στο Henry Hub φτάνει στο τέλος της», αναφερόμενη στον κόμβο εμπορίας μέσω αγωγών στη Λουιζιάνα, ο οποίος αποτελεί το σημείο αναφοράς για τις τιμές του φυσικού αερίου στις ΗΠΑ».
Η Wood Mackenzie εκτίμησε επίσης ότι η ζήτηση φυσικού αερίου από τον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής θα αυξηθεί κατά 17 δισ. κυβικά πόδια ημερησίως «έως τα μέσα της δεκαετίας του 2030», πρόβλεψη που βρίσκεται πολύ κοντά στην εκτίμηση του BloombergNEF για αύξηση κατά 18 δισ. κυβικά πόδια ημερησίως.
Στη συζήτηση για τις μελλοντικές επιπτώσεις της αυξημένης ζήτησης φυσικού αερίου προστέθηκε στη συνέχεια συνέντευξη του ιδρυτή της Chronometer Holdings LLC, Μάθιου Σμιθ, η οποία απέκτησε μεγάλη απήχηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ο Σμιθ εκτίμησε ότι μέχρι το τέλος της δεκαετίας «θα αρχίσουμε να βλέπουμε σκληρό ανταγωνισμό για την εξασφάλιση φυσικού αερίου».
«Οι μεγαλύτεροι χαμένοι από αυτό θα είναι οι καταναλωτές στις ΗΠΑ», δήλωσε ο Σμιθ στη βιντεοσκοπημένη συνέντευξη, η οποία συγκέντρωσε 1,6 εκατ. προβολές στο X και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από ορισμένους εκπροσώπους του κλάδου.
Ο Μπεν Ντελ, managing partner και συνιδρυτής της επενδυτικής εταιρείας Kimmeridge Energy Management Co., διαφώνησε δημόσια με αυτή την εκτίμηση. «Δεν θα μπορούσα να διαφωνώ περισσότερο με την άποψη του Ματ», έγραψε, απαντώντας στην πρόβλεψη του Σμιθ.
Ο ίδιος αναγνώρισε ότι η αγορά φυσικού αερίου των ΗΠΑ θα βρεθεί αντιμέτωπη με «σημαντική αύξηση της ζήτησης» από τον κλάδο του LNG και τα data centers. Ωστόσο, υποστήριξε ότι οι άφθονες ανεκμετάλλευτες εκτάσεις στα αμερικανικά πεδία φυσικού αερίου αποτελούν έναν από τους παράγοντες που εξηγούν πώς ο κλάδος «έχει καταφέρει σταθερά να καλύπτει τη ζήτηση, μειώνοντας παράλληλα το κόστος σε όρους προσαρμοσμένους στον πληθωρισμό».



