Ο αγώνας ΗΠΑ-Βοσνία, που διεξήχθη στη Σάντα Κλάρα της Καλιφόρνιας, είχε σημαδευτεί από μια αμφιλεγόμενη κόκκινη κάρτα στον κορυφαίο σκόρερ των Αμερικανών σε αυτό το τουρνουά, τον επιθετικό Φολαρίν Μπαλογκάν, γεγονός που σήμαινε ότι θα τιμωρούνταν αυτόματα με αποκλεισμό από τον επόμενο αγώνα.
Τότε ήταν που ανώτερα στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ κατέστρωσαν ένα σχέδιο που θα μπορούσε να καταγραφεί ως ένα από τα πιο τολμηρά στην 96χρονη ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Δεν είχε σημασία ότι η παγκόσμια ομοσπονδία ποδοσφαίρου προστατεύει με ιδιαίτερη αυστηρότητα τον ρόλο της ως του τελικού κριτή όσων συμβαίνουν μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου ή ότι επιβάλλει συχνά εξαιρετικά αυστηρές κυρώσεις για πολιτικές παρεμβάσεις. Ο Λευκός Οίκος ήταν, σύμφωνα με ρεπορτάζ της Wall Street Journal, αποφασισμένος να μετατρέψει μια διαιτητική απόφαση σε κρατική υπόθεση και να ανατρέψει μια απόφαση που είχε ληφθεί σε ποδοσφαιρικό αγώνα. Και στον πρόεδρο της FIFA, Τζιάνι Ινφαντίνο, τον οποίο ο Τραμπ είχε κάποτε αποκαλέσει «τον βασιλιά του ποδοσφαίρου», οι αξιωματούχοι πίστευαν ότι θα έβρισκαν έναν πρόθυμο σύμμαχο.
Για τον υπουργό Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ και τον Άντριου Τζουλιάνι, εκτελεστικό διευθυντή της ειδικής ομάδας του Λευκού Οίκου για το Παγκόσμιο Κύπελλο και γιο του Ρούντι Τζουλιάνι, η οριακή αυτή διαιτητική απόφαση αποτελούσε μια αδικία που απαιτούσε παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας.
Από εκείνο κιόλας το βράδυ, ο Λάτνικ και ο Τζουλιάνι οργάνωσαν αρκετές τηλεφωνικές συνομιλίες με τον Τραμπ, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν την υπόθεση. Υποστήριξαν ότι η τιμωρία δεν ήταν απλώς αδικαιολόγητη, αλλά απειλούσε και τις πιθανότητες της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ ενόψει του αγώνα με το Βέλγιο (ξημερώματα Τρίτης) στο Σιάτλ, με έπαθλο την πρόκριση στα προημιτελικά.
Ο Τραμπ, ο οποίος είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην ανάληψη της διοργάνωσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου από τις ΗΠΑ και θεωρεί την επιτυχία της προσωπική υπόθεση, δεν ήθελε η αποβολή να επισκιάσει το τουρνουά. Έτσι, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, έδωσε εντολή στην ομάδα του να βρει τρόπο να αρθεί η τιμωρία. Ο Λάτνικ, ο Τζουλιάνι και άλλα στελέχη της κυβέρνησης άρχισαν να στρατολογούν ισχυρούς δικηγόρους προσκείμενους στον Τραμπ, προκειμένου να κινηθούν νομικά κατά της απόφασης. Συζήτησαν ακόμη και το ενδεχόμενο να αμφισβητήσουν τη χρήση του βίντεο σε αργή κίνηση από τη FIFA για να κριθεί αν το πάτημα του αστραγάλου αντιπάλου από τον Μπάλογκουν συνιστούσε παράβαση που τιμωρείται με κόκκινη κάρτα.
Οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης δεν άργησαν να ενημερώσουν τους ανθρώπους της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου των ΗΠΑ για το σχέδιό τους, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές.
Έντονο παρασκήνιο
Μέσα στις 24 ώρες που ακολούθησαν τον αγώνα, ενώ η Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου των ΗΠΑ δήλωνε δημόσια ότι δεν είχε δυνατότητα έφεσης κατά της απόφασης (ούτε προφανή αντικαταστάτη του Μπαλογκάν στο ρόστερ), ο Τραμπ σήκωσε το τηλέφωνο για να επικοινωνήσει με το μοναδικό πρόσωπο που πίστευε ότι μπορούσε να διορθώσει την κατάσταση.
Ο Ινφαντίνο ηγείται της παγκόσμιας ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας από το 2016 και καλλιεργεί στενές σχέσεις με τον Τραμπ σχεδόν από τότε. Υπήρξε τακτικός επισκέπτης του Οβάλ Γραφείου και έχει εμφανιστεί δίπλα στον Τραμπ σε εκδηλώσεις που κυμαίνονταν από αγώνες του UFC στο Μαϊάμι έως τη σύνοδο ειρήνης για τη Γάζα στην Αίγυπτο. Όταν οι δύο άνδρες μίλησαν, ο Τραμπ προέτρεψε τον Ινφαντίνο να επανεξετάσει την απόφαση για τον Μπάλογκουν.
Ο πρόεδρος της FIFA συμφώνησε να εξετάσει την υπόθεση, χωρίς όμως να δεσμευτεί ότι θα ανατρέψει την απόφαση, σύμφωνα με μία από τις πηγές.
Ωστόσο, όταν οι δύο άνδρες μίλησαν ξανά λίγες ημέρες αργότερα, ο Ινφαντίνο ήταν πλέον έτοιμος να ενημερώσει τον Τραμπ ότι η τιμωρία είχε αρθεί, σύμφωνα με ορισμένες από τις πηγές. Η FIFA είχε ενεργοποιήσει μια ελάχιστα γνωστή διάταξη, γνωστή ως Άρθρο 27, η οποία, όπως υποστηρίζει, επιτρέπει στην Πειθαρχική Επιτροπή της να ασκεί διακριτική ευχέρεια κατά την επανεξέταση κυρώσεων.
«Ευχαριστώ τη FIFA που έκανε το σωστό και ανέτρεψε μια μεγάλη αδικία!», έγραψε ο Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το απόγευμα της Κυριακής.
Δεν συμμερίστηκαν όλοι αυτή την άποψη. Φίλαθλοι σε ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο κατήγγειλαν αυτό που θεώρησαν ως παρέμβαση αρχηγού κράτους υπέρ μιας ομάδας, υποστηρίζοντας ότι έπληξε ανεπανόρθωτα την ακεραιότητα του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Η FIFA αρνήθηκε να σχολιάσει την επιρροή του Λευκού Οίκου και επέμεινε ότι η Πειθαρχική της Επιτροπή λειτουργεί ανεξάρτητα. Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σε αίτημα για σχολιασμό.
Η ποδοσφαιρική ομοσπονδία του Βελγίου δήλωσε ότι είναι «κατάπληκτη» από την ανατροπή της απόφασης και ανακοίνωσε ότι εξετάζει τις επιλογές της. Ο προπονητής της ομάδας, Ρούντι Γκαρσία, διερωτήθηκε αν όλη η υπόθεση ήταν πρωταπριλιάτικη φάρσα που παίχτηκε τον Ιούλιο. Ο προπονητής της Νορβηγίας, Στάλε Σόλμπακεν, χαρακτήρισε το περιστατικό «μια πολύ, πολύ, πολύ, πολύ, πολύ κακή απόφαση που θα βλάψει το Παγκόσμιο Κύπελλο».
«Λυπάμαι επίσης για τις Ηνωμένες Πολιτείες», είπε ο Σόλμπακεν, «γιατί αν κερδίσουν, αυτό θα συνοδεύει πάντα την επιτυχία τους».
Ακόμη και ο προπονητής των ΗΠΑ, Μαουρίσιο Ποτσετίνο, βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Είχε επιμείνει μετά την αποβολή του Μπάλογκουν, η οποία σημειώθηκε στο 64ο λεπτό της νίκης με 2-0 επί της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, ότι «δεν ήταν ποτέ κόκκινη κάρτα». Οι Αμερικανοί αναγκάστηκαν να ολοκληρώσουν τον αγώνα με δέκα παίκτες, κάτι που, όπως είπε, αποτελούσε ήδη επαρκή τιμωρία. Ωστόσο, αρνήθηκε να τοποθετηθεί σχετικά με το αν ήταν θεμιτό να εμπλακεί ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Στο τέλος, δεν είμαστε τα θύματα», δήλωσε ο Ποτσετίνο στα ισπανικά. «Αλλά δεν είμαστε και οι κακοί της υπόθεσης».



