Σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο, η υπηρεσία ξεκίνησε την πρωτοβουλία στις αρχές Αυγούστου σε όλες τις πρεσβείες και τα προξενεία των ΗΠΑ, ενώ τα προγραμματισμένα ραντεβού για την έκδοση βίζας χρειάστηκε να προσαρμοστούν προκειμένου να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή «εκτενούς εκπαίδευσης».
Όπως πρόσθεσε, το υπουργείο Εξωτερικών εργάζεται από τις αρχές του έτους πάνω σε επικαιροποιημένες οδηγίες και προγράμματα εκπαίδευσης, «ώστε να διασφαλίσει ότι όλοι οι προξενικοί υπάλληλοι είναι πλήρως εξοπλισμένοι για να αξιολογούν κάθε αιτούντα βίζα με ολοκληρωμένο και συνεπή τρόπο».
Σύμφωνα με τους Financial Times, οι αιτούντες που είχαν ήδη προγραμματισμένη συνέντευξη έλαβαν μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τα οποία ενημερώθηκαν ότι τα ραντεβού τους ακυρώθηκαν και ότι θα πληροφορηθούν για νέα ημερομηνία και ώρα.
Σύμφωνα με το Guardian, αξιωματούχοι της υπηρεσίας υποστηρίζουν ότι η διαδικασία θα διασφαλίσει πως οι αιτούντες βίζα δεν θα καταλήξουν να εξαρτώνται από δημόσιες παροχές στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, όπως επισημαίνεται η εν λόγω κίνηση εντάσσεται σε μια σειρά μέτρων που έχει εφαρμόσει η κυβέρνηση Τραμπ με στόχο την καταστολή τόσο της νόμιμης όσο και της παράτυπης μετανάστευσης και τη δημιουργία μιας πιο επιλεκτικής διαδικασίας για το ποιοι μπορούν να εισέλθουν στο αμερικανικό σύστημα.
Αυτή την εβδομάδα, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε επίσης σχέδια για την ανάκληση της βίζας των αιτούντων άσυλο που είχαν αρχικά εισέλθει στις ΗΠΑ για τουριστικούς ή επαγγελματικούς λόγους.
Όπως τονίζεται, έως και 200.000 άνθρωποι που σήμερα ζητούν άσυλο θα μπορούσαν να επηρεαστούν από το μέτρο, το οποίο, εάν υλοποιηθεί, θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη μαζική ανάκληση βίζας στην ιστορία των ΗΠΑ. Η ενέργεια πραγματοποιείται σε συντονισμό με το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας.
Επί κυβέρνησης Τραμπ, όσοι αιτούνται βίζα έχουν επίσης βρεθεί αντιμέτωποι με νέους περιορισμούς, μεταξύ των οποίων ο έλεγχος του ιστορικού τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και αυξημένο κόστος για την επεξεργασία των αιτήσεων, σύμφωνα με το Associated Press.
Σημειώνεται ότι η αναστολή της έκδοσης νέας βίζας και το πρόγραμμα εκπαίδευσης ακολουθούν μια προηγούμενη προσπάθεια του Τραμπ να μπλοκάρει αιτήσεις με παρόμοιο σκεπτικό περί «δημόσιας επιβάρυνσης». Το μέτρο περιλάμβανε την αναστολή αιτήσεων από 75 χώρες που είχε επιλέξει η κυβέρνηση, απόφαση η οποία πρόσφατα ανατράπηκε από ομοσπονδιακό δικαστή.
«Το δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι οι μεταναστευτικοί νόμοι δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται για να δικαιολογούν διακρίσεις», δήλωσε την περασμένη εβδομάδα η Τζοάνα Κουέβας Ίνγκραμ, ανώτερη δικηγόρος του National Immigration Law Center. «Είμαστε αποφασισμένοι να διασφαλίσουμε ότι κάθε άνθρωπος και κάθε οικογένεια που επλήγη από αυτή την απαγόρευση θα λάβει την κατάλληλη αποκατάσταση και θα συνεχίσουμε να ζητούμε από αυτή την κυβέρνηση να λογοδοτεί για την τήρηση των υποχρεώσεών της βάσει του νόμου».
Τον Φεβρουάριο, ομοσπονδιακός δικαστής ανέτρεψε την προσπάθεια του προέδρου να αναστείλει συνολικά το αμερικανικό σύστημα υποδοχής και επανεγκατάστασης προσφύγων. Παράλληλα, επί κυβέρνησης Τραμπ, ομοσπονδιακοί πράκτορες έχουν λάβει το «πράσινο φως» να εμποδίζουν αιτούντες άσυλο από το να εισέρχονται στις ΗΠΑ, μια κίνηση που οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποστηρίζουν ότι υπονομεύει το διεθνές δίκαιο για το άσυλο.
Σύμφωνα με ειδικούς στο μεταναστευτικό δίκαιο, η τελευταία προσπάθεια περιορισμού της πρόσβασης θα δημιουργήσει άμεσα εμπόδια για ανθρώπους που έχουν ακολουθήσει νόμιμα μια ήδη δύσκολη διαδικασία.
Πολλοί από τους αιτούντες που επηρεάζονται από την αναστολή πιθανότατα «ξόδεψαν χιλιάδες δολάρια και ανέτρεψαν τη ζωή τους για να παραστούν σε προγραμματισμένες συνεντεύξεις, μόνο και μόνο για να δουν τα ραντεβού τους να ακυρώνονται την τελευταία στιγμή», δήλωσε στους Financial Times ο Μπράιαν Σίμονς, δικηγόρος της δικηγορικής εταιρείας Fragomen, που ειδικεύεται στο μεταναστευτικό δίκαιο και εδρεύει στην Ουάσινγκτον.
Κλείνοντας, να σημειωθεί ότι παραμένει ασαφές πότε θα επαναπρογραμματιστούν τα συγκεκριμένα ραντεβού.



