Η αύξηση του συνολικού ποσού δεν είναι, ωστόσο, η μόνη αλλαγή. Η Κομισιόν θέλει να ανακατευθύνει σημαντικό μέρος των πόρων, ώστε ο νέος προϋπολογισμός να αντανακλά τις διαφορετικές ανάγκες της Ευρώπης. Τα σημερινά κονδύλια για την αγροτική πολιτική και την περιφερειακή ανάπτυξη, που μέχρι σήμερα απορροφούν περισσότερα από τα δύο τρίτα του συνολικού προϋπολογισμού, θα ενταχθούν μαζί με μικρότερα προγράμματα σε ένα νέο, ενιαίο ταμείο ύψους περίπου 865 δισ. ευρώ. Η κατανομή των χρημάτων θα γίνεται με μεγαλύτερη ευελιξία και σε συνεννόηση με τα κράτη-μέλη, κάτι που στην πράξη αυξάνει τον ρόλο των εθνικών κυβερνήσεων στο πού θα κατευθύνονται οι πόροι.
Παράλληλα, περισσότερα χρήματα προβλέπονται για την ανταγωνιστικότητα, την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά και για την άμυνα και την ασφάλεια. Η λογική της Κομισιόν είναι ότι η Ευρώπη πρέπει να χρηματοδοτήσει μια νέα πραγματικότητα: έναν κόσμο στον οποίο η οικονομική ισχύς, η τεχνολογική αυτονομία και η αμυντική επάρκεια έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία. Για να γίνει αυτό, όμως, θα πρέπει να περιοριστεί ή να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο χρηματοδοτούνται παραδοσιακές πολιτικές, κυρίως η Κοινή Αγροτική Πολιτική και η πολιτική συνοχής.
Το ποσό, επομένως, είναι ήδη σημείο σύγκρουσης. Και τα μπλοκ που διαμορφώνονται είναι πλέον αρκετά καθαρά.
Στη μία πλευρά βρίσκονται τα κράτη που δεν θέλουν να αυξηθεί περαιτέρω η συνεισφορά τους στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Η Γερμανία του Φρίντριχ Μερτς βρίσκεται στην πρώτη γραμμή, μαζί με τη Φινλανδία, την Ολλανδία και την Αυστρία, συγκροτώντας τον σκληρό πυρήνα του λεγόμενου «φειδωλού» στρατοπέδου. Ο Μερτς είχε απορρίψει ήδη από τον Ιούλιο την πρόταση της Κομισιόν και πιέζει για περαιτέρω περικοπές. Το επιχείρημα είναι ότι οι νέες ευρωπαϊκές ανάγκες δεν μπορούν απλώς να μεταφραστούν σε μεγαλύτερες επιβαρύνσεις για τους καθαρούς συνεισφέροντες στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
Σήμερα, μάλιστα, ο Μερτς υποδέχεται στην καγκελαρία τους ηγέτες των χωρών του συγκεκριμένου μπλοκ, προκειμένου να συντονίσουν τη στάση τους. Απέναντι βρίσκεται ένα διαφορετικό στρατόπεδο, στο οποίο πρωταγωνιστούν η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία και η Πολωνία, ενώ στο ίδιο μέτωπο βρίσκονται χώρες που έχουν κάθε λόγο να υπερασπιστούν τις δαπάνες για τη συνοχή και την αγροτική πολιτική. Σε αυτή την κατηγορία βρίσκεται και η Ελλάδα, η οποία παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη μάχη, καθώς η αναδιάταξη των ευρωπαϊκών κονδυλίων δεν είναι μια τεχνοκρατική λεπτομέρεια αλλά ζήτημα με άμεσο αντίκτυπο στις εθνικές οικονομίες.
Το ισχυρό χαρτί του Μερτς, ωστόσο, είναι ο χρόνος. Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Πολωνία έχουν σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις το 2027 και θέλουν η συμφωνία για τον νέο προϋπολογισμό να έχει κλείσει μέχρι το τέλος του 2026, ώστε να κινηθούν πιο στοχευμένα στο εσωτερικό τους και να μη βρεθούν αντιμέτωπες με ένα ακόμη δύσκολο ευρωπαϊκό μέτωπο μέσα στην προεκλογική περίοδο. Το Βερολίνο γνωρίζει, συνεπώς, ότι όσο πλησιάζουν οι εκλογές τόσο πιο δύσκολο θα είναι για τις κυβερνήσεις του απέναντι μπλοκ να εμφανιστούν στο εσωτερικό τους ως εκείνες που αποδέχθηκαν μεγάλες περικοπές ή απώλειες ευρωπαϊκών πόρων.
Ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα βρίσκεται ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, ο οποίος έχει αναλάβει το δύσκολο έργο να βρει τον συμβιβασμό μεταξύ των 27 ηγετών. Ο ρόλος του είναι κρίσιμος, καθώς ο πολυετής προϋπολογισμός απαιτεί ομοφωνία. Ο Κόστα έχει ήδη ξεκινήσει περιοδεία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, επιχειρώντας να χαρτογραφήσει τις κόκκινες γραμμές των κρατών-μελών και να βρει το πεδίο στο οποίο μπορεί να υπάρξει συμφωνία.
Το έργο του κάθε άλλο παρά εύκολο είναι. Πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στην απαίτηση των «φειδωλών» για περιορισμό των δαπανών και στην πίεση των χωρών που θέλουν να διατηρήσουν ισχυρή την αγροτική πολιτική και την πολιτική συνοχής. Την ίδια ώρα, πρέπει να εξασφαλίσει ότι οι νέες προτεραιότητες – άμυνα, ασφάλεια, ανταγωνιστικότητα και τεχνολογία – θα χρηματοδοτηθούν επαρκώς. Ο ίδιος έχει ήδη περιγράψει τον νέο προϋπολογισμό ως προϋπολογισμό για μια «εντελώς νέα ΕΕ», με το βάρος να μετακινείται από την αγροτική πολιτική και τη συνοχή προς την ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και την άμυνα.





