Η έκθεση εξετάζει τις εξελίξεις στην πολιτική άμυνας της ΕΕ από το 2020 και καταγράφει τόσο τις προκλήσεις όσο και τις ευκαιρίες που δημιουργούνται για την Ένωση, επισημαίνοντας παράλληλα κινδύνους που αφορούν τη χρηματοοικονομική διαχείριση, τη διακυβέρνηση και τη λογοδοσία.
Από τη χρόνια υποεπένδυση στην απότομη αύξηση των δαπανών
Η σημαντική μεταβολή του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος ασφαλείας τα τελευταία χρόνια οδήγησε τα κράτη-μέλη σε μεγάλη αύξηση των αμυντικών δαπανών, σε έναν τομέα που επί σειρά ετών αντιμετώπιζε σημαντικό επενδυτικό έλλειμμα.
Μεταξύ των προβλημάτων που είχαν συσσωρευτεί περιλαμβάνονται τα ανεπαρκή αποθέματα πυρομαχικών και πυραύλων, οι μεγάλοι χρόνοι παραγωγής, η εξάρτηση από προμηθευτές εκτός Ευρώπης, αλλά και οι περιορισμοί στις υποδομές και την εφοδιαστική αλυσίδα.
Η εικόνα, σύμφωνα με το ΕΕΣ, αρχίζει να μεταβάλλεται. Η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία επιχειρεί να αυξήσει την παραγωγική της δυναμικότητα, να ενισχύσει την καινοτομία και να αναπτύξει νέες εταιρικές σχέσεις.
Οι συνολικές αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών της ΕΕ αυξήθηκαν κατά σχεδόν 80% την περίοδο 2020-2025, γεγονός που αποτυπώνει την αλλαγή προτεραιοτήτων στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας.
Οι ευκαιρίες για την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία
Το ΕΕΣ εκτιμά ότι το νέο περιβάλλον ασφαλείας, σε συνδυασμό με την αυξημένη χρηματοδότηση, μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για την ενίσχυση της βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσης της ευρωπαϊκής άμυνας.
Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός για την ανάπτυξη καινοτομίας, ενώ παράλληλα δημιουργούνται περιθώρια για νέες μορφές συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών, όπως αμυντικοί συνεργατικοί σχηματισμοί και συνασπισμοί δυνατοτήτων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται επίσης στην ενίσχυση των στρατηγικών εταιρικών σχέσεων, μεταξύ άλλων με την Ουκρανία.
Παράλληλα, σύμφωνα με το ΕΕΣ, η παροχή κινήτρων στα κράτη-μέλη ώστε να προμηθεύονται αμυντικά συστήματα από ευρωπαϊκούς προμηθευτές, μέσω ρητρών προτίμησης υπέρ της ΕΕ, θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να περιορίσει την εξάρτηση από προμηθευτές εκτός Ευρώπης.
Τα εμπόδια στον δρόμο προς τη στρατηγική αυτονομία
Παρά την πρόοδο, το Ελεγκτικό Συνέδριο προειδοποιεί ότι η επίτευξη έως το 2030 του στόχου για στρατηγική αυτονομία της ΕΕ και δυνατότητα ανεξάρτητης διατήρησης στρατιωτικών επιχειρήσεων υψηλής έντασης δεν θα είναι εύκολη.
Μεταξύ των βασικών περιορισμών που καταγράφονται περιλαμβάνονται ο κατακερματισμός των εθνικών αμυντικών συστημάτων, τα σημεία συμφόρησης στην ευρωπαϊκή βιομηχανία, ο αργός πολιτικός συντονισμός και η συνεχιζόμενη εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αμυντικοί αναλυτές, ωστόσο, επισημαίνουν ότι υπάρχουν περιθώρια για ουσιαστική πρόοδο, καθώς η αύξηση των αμυντικών δαπανών συνοδεύεται από ταχεία επέκταση της παραγωγικής ικανότητας στον τομέα των πυρομαχικών.
Ο κίνδυνος κατακερματισμού των επενδύσεων
Ένα από τα βασικά ζητήματα που αναδεικνύει η έκθεση αφορά τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και συντονίζονται οι αμυντικές επενδύσεις.
Το ΕΕΣ επισημαίνει ότι η έλλειψη αποτελεσματικής διαδικασίας σχεδιασμού σε επίπεδο ΕΕ, σε συνδυασμό με τον ανεπαρκή συντονισμό μεταξύ των διαφορετικών ευρωπαϊκών και εθνικών χρηματοδοτικών ροών, μπορεί να οδηγήσει σε κατακερματισμό των επενδύσεων.
Κατά συνέπεια, υπάρχει κίνδυνος να προκύψουν αλληλεπικαλύψεις, αλλά και κενά σε συγκεκριμένες αμυντικές δυνατότητες.
Το ΕΕΣ προειδοποιεί επίσης ότι η αύξηση της χρηματοδότησης, εάν δεν συνοδευτεί από αποτελεσματική υλοποίηση, μπορεί να δημιουργήσει νέα προβλήματα, όπως σημεία συμφόρησης στην προμήθεια πρώτων υλών, βασικών εξαρτημάτων και εξειδικευμένου προσωπικού. Οι περιορισμοί αυτοί θα μπορούσαν να δυσχεράνουν την αξιοποίηση των διαθέσιμων κονδυλίων.
Παράλληλα, το Ελεγκτικό Συνέδριο αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η διαθέσιμη χρηματοδότηση να μην επαρκεί για την κάλυψη όλων των αμυντικών προτεραιοτήτων που έχουν συμφωνηθεί σε επίπεδο ΕΕ, μεταξύ άλλων και των στόχων που αφορούν τη στρατιωτική κινητικότητα.
Τα 240 δισ. ευρώ σε SAFE και Ουκρανία
Σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής προσπάθειας χρηματοδότησης της άμυνας στηρίζεται πλέον και στον δανεισμό με εγγύηση του προϋπολογισμού της ΕΕ.
Στην έκθεση γίνεται αναφορά στα 150 δισ. ευρώ του προγράμματος SAFE (Δράση για την Ασφάλεια στην Ευρώπη), καθώς και στο δάνειο ύψους 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία, από τα οποία 60 δισ. ευρώ προορίζονται για αμυντικούς σκοπούς.
Το ΕΕΣ επισημαίνει, ωστόσο, ότι η αυξανόμενη χρηματοδότηση των αμυντικών δαπανών μέσω δανεισμού και η προσφυγή σε δάνεια που καλύπτονται από την ΕΕ ενδέχεται να δημιουργήσουν πιέσεις στη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να επιβραδύνει τη μείωση του δημόσιου χρέους των κρατών-μελών και ταυτόχρονα να ασκήσει πρόσθετη πίεση στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.
Πολυπλοκότητα στη διακυβέρνηση και τη λογοδοσία
Το Ελεγκτικό Συνέδριο εστιάζει, τέλος, και στη δομή διακυβέρνησης της ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής.
Όπως επισημαίνει, η πολυπλοκότητα των μηχανισμών διακυβέρνησης και των ρυθμίσεων λογοδοσίας αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπικάλυψης αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφορετικών φορέων και χρηματοδοτικών εργαλείων.
Παράλληλα, το ΕΕΣ σημειώνει ότι δεν διαθέτει εντολή ελέγχου επί όλων των εμπλεκόμενων φορέων και μέσων, γεγονός που περιορίζει την πλήρη εποπτεία της συνολικής ευρωπαϊκής προσπάθειας στον τομέα της άμυνας.
Η έκθεση καταλήγει ουσιαστικά στο συμπέρασμα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πλέον αυξήσει σημαντικά τους πόρους και την παραγωγική της προσπάθεια στον αμυντικό τομέα, όμως η επίτευξη των στόχων έως το 2030 θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ταχύτητα υλοποίησης, τον καλύτερο συντονισμό, την αποφυγή κατακερματισμού των επενδύσεων και την αποτελεσματική διαχείριση των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων.



