Ενδεικτικό είναι ότι συνολικά οι κορυφαίες ευρωπαϊκές εταιρείες που λαμβάνουν σύσταση Overweight ανέρχονται πλέον σε 43, με το 60% περίπου αυτών να έχει προστεθεί τους τελευταίους 3 μήνες.
Μεταξύ των επιλεγμένων εταιρειών βρίσκονται και δύο ελληνικές· η Alpha Bank και η ΔΕΗ.
Η περίπτωση της Ελλάδας, δε, ενδιαφέρει ιδιαιτέρως τον διεθνή οίκο, αφού η χώρα μας εντάσσεται όλο και περισσότερο στη συζήτηση για την ευρωπαϊκή αγορά των ανεπτυγμένων χωρών, καθώς αναμένεται να ενταχθεί στους δείκτες της STOXX αυτόν τον μήνα.
Alpha Bank
Η Alpha Bank αποτελεί την κορυφαία επιλογή της Morgan Stanley μεταξύ των ελληνικών τραπεζών, με τον αμερικανικό οίκο να διατηρεί τη σύσταση Overweight και την τιμή-στόχο στα 5,50 ευρώ. Η συγκεκριμένη τιμή αφήνει περιθώριο ανόδου περίπου 12% σε σχέση με την τιμή αναφοράς που χρησιμοποιείται στην έκθεση.
Η επενδυτική στρατηγική για την τράπεζα βασίζεται σε τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον, στην ανθεκτική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, η οποία εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να στηρίζει την αύξηση τόσο των χορηγήσεων όσο και των καταθέσεων. Δεύτερος παράγοντας είναι η διεύρυνση των εσόδων από προμήθειες, ενώ τρίτος είναι η δυναμική που δημιουργούν οι πρόσφατες εξαγορές της τράπεζας.
Η Morgan Stanley εκτιμά ότι οι Alpha Trust και Universal/Altius θα μπορούσαν να προσθέσουν περίπου 65 εκατ. ευρώ στα έσοδα από προμήθειες το 2028. Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στο Investor Day της 5ης Νοεμβρίου, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σημαντικός καταλύτης για τη μετοχή, οδηγώντας σε αναθεώρηση προς τα πάνω των συγκλινουσών προβλέψεων για τα κέρδη ανά μετοχή κατά περίπου 4%-5%.
Κεντρικό στοιχείο της επενδυτικής υπόθεσης είναι και η τρέχουσα αποτίμηση της Alpha Bank. Η μετοχή διαπραγματεύεται περίπου στις 7,6 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2028, αφού ληφθεί υπόψη το πλεονάζον κεφάλαιο, παρουσιάζοντας discount περίπου 17% έναντι του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου. Κατά την άποψη της Morgan Stanley, η συγκεκριμένη έκπτωση δεν αντανακλά επαρκώς ούτε τις προοπτικές ανάπτυξης της τράπεζας ούτε την ισχυρή κεφαλαιακή της θέση.
Την ίδια στιγμή, οι εκτιμήσεις της Morgan Stanley για τα καθαρά κέρδη της Alpha Bank κατά την περίοδο 2027-2028 είναι κατά ένα μεσαίο μονοψήφιο ποσοστό υψηλότερες από τις προβλέψεις της αγοράς. Η διαφορά αυτή αποδίδεται κυρίως στην εκτίμηση για υψηλότερα καθαρά έσοδα από τόκους και προμήθειες, καθώς και σε καλύτερη πορεία του κόστους κινδύνου.
Στους βασικούς παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την επενδυτική περίπτωση της Alpha Bank περιλαμβάνονται ο εντονότερος ανταγωνισμός στην αγορά των επιχειρηματικών δανείων, μια πιθανή επιβράδυνση των επενδύσεων, μια ασθενέστερη τουριστική περίοδος και οι επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει ο εκλογικός κύκλος.
ΔΕΗ
Η ΔΕΗ αποτελεί τη δεύτερη ελληνική μετοχή που περιλαμβάνει η Morgan Stanley στις κορυφαίες επιλογές της, με τον οίκο να διατηρεί τη σύσταση Overweight και να θέτει την τιμή-στόχο στα 27,50 ευρώ. Σύμφωνα με την αμερικανική τράπεζα, η ΔΕΗ έχει πλέον αφήσει πίσω της την περίοδο εξυγίανσης και έχει περάσει σε ένα ευρύτερο μοντέλο περιφερειακής ανάπτυξης.
Η Morgan Stanley προβλέπει ότι τα προσαρμοσμένα κέρδη ανά μετοχή θα αυξηθούν με μέσο ετήσιο ρυθμό 18% κατά την περίοδο 2025-2030. Η ανάπτυξη αυτή αναμένεται να στηριχθεί στις ΑΠΕ, στην ευέλικτη παραγωγή ενέργειας, στα ρυθμιζόμενα δίκτυα, στην επέκταση της εταιρείας στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, καθώς και στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων που σχετίζονται με data centers.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο πυλώνα του ομίλου, καθώς αναμένεται να απορροφήσει περίπου 52% των επενδύσεων της περιόδου 2026-2030 και να αντιπροσωπεύει περίπου 63% των EBITDA του ομίλου το 2030. Ακολουθεί η Ρουμανία, ενώ παράλληλα η ΔΕΗ έχει ήδη δημιουργήσει σημαντική παρουσία μέσω χαρτοφυλακίου έργων στην Πολωνία και την Ουγγαρία.
Ξεχωριστή θέση στην επενδυτική στρατηγική καταλαμβάνει το project data center στην Κοζάνη. Όπως επισημαίνει η Morgan Stanley, η πρώτη φάση του έργου προβλέπει εγκατεστημένη ισχύ 300 MW έως το τέλος του 2028, με επενδύσεις περίπου 1,2 δισ. ευρώ. Σε πλήρη λειτουργία, το έργο θα μπορούσε να αποφέρει περίπου 170 εκατ. ευρώ ετήσια EBITDA, χωρίς να συνυπολογίζονται τα περιθώρια που θα προκύπτουν από τις συμβάσεις προμήθειας ενέργειας.
Στο θετικό σενάριο, η συνολική ισχύς του data center στην Κοζάνη θα μπορούσε να αυξηθεί έως το 1 GW μέχρι το 2030.
Παρά τη σημασία της συγκεκριμένης επένδυσης, η Morgan Stanley υπογραμμίζει ότι η έκθεση της ΔΕΗ στην ανάπτυξη υποδομών για τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί έναν επιπλέον παράγοντα που μπορεί να προσφέρει ανοδικό περιθώριο και όχι τον βασικό πυρήνα της επενδυτικής της υπόθεσης.
Σε επίπεδο αποτίμησης, η ΔΕΗ διαπραγματεύεται περίπου στις 8,3 φορές τα EBITDA του 2027 και στις 15,1 φορές τα κέρδη. Η αποτίμηση της εταιρείας βρίσκεται περίπου 10% χαμηλότερα από τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών εταιρειών κοινής ωφέλειας, αλλά ταυτόχρονα περίπου 17% υψηλότερα από τις αντίστοιχες εταιρείες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.
Η Morgan Stanley εκτιμά ότι το συγκεκριμένο premium είναι δικαιολογημένο, καθώς η ΔΕΗ εμφανίζει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, διαθέτει καθετοποιημένο επιχειρηματικό μοντέλο και έχει σημαντική έκθεση τόσο στα δίκτυα όσο και στην αγορά των data centers.
Στους βασικούς μελλοντικούς καταλύτες για τη μετοχή περιλαμβάνονται η επίτευξη δεσμευτικής συμφωνίας με hyperscaler για την πρώτη φάση του project στην Κοζάνη, η περαιτέρω εξέλιξη των επενδύσεων στην Πολωνία και την Ουγγαρία, καθώς και η συνεχιζόμενη διεύρυνση της ρυθμιζόμενης βάσης ενεργητικού.
Τέλος, η Morgan Stanley εκτιμά ότι τα EBITDA του ομίλου ΔΕΗ μπορούν να διπλασιαστούν ουσιαστικά μέσα στην επόμενη πενταετία, αυξανόμενα από περίπου 2 δισ. ευρώ το 2025 σε 4 δισ. ευρώ έως το 2030.



