Όπως επισημαίνει ο αμερικανικός επενδυτικός οίκος, η πρόσφατη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου μεταβάλλει ουσιαστικά το επενδυτικό προφίλ της επιχείρησης, καθώς εξασφαλίζει τους πόρους για ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο αναπτυξιακό πρόγραμμα κατά την περίοδο 2026-2030.
Κεντρικό στοιχείο της επενδυτικής στρατηγικής αποτελεί το πρόγραμμα επενδύσεων ύψους 24 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί σε περίπου 5 δισ. ευρώ ετησίως και συνεπάγεται επιτάχυνση της επενδυτικής δραστηριότητας κατά περίπου 50% σε σχέση με το προηγούμενο επιχειρηματικό σχέδιο. Από το συνολικό ποσό, σχεδόν το 60% προορίζεται για την ανάπτυξη νέας παραγωγικής δυναμικότητας, κυρίως σε έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αποθήκευσης. Περίπου το 20% θα κατευθυνθεί στην ενίσχυση και αναβάθμιση των δικτύων, ενώ το υπόλοιπο 20% αφορά νέους τομείς δραστηριότητας, όπως οι υποδομές data centers και άλλες συναφείς επιχειρηματικές πρωτοβουλίες.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Goldman Sachs, η επιτυχής υλοποίηση του σχεδίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε διπλασιασμό της εγκατεστημένης ισχύος της ΔΕΗ μέσα στην επόμενη πενταετία, από τα 12 GW που αναμένονται στο τέλος του 2025 στα 24 GW έως το 2030. Παράλληλα, το ενεργειακό χαρτοφυλάκιο της εταιρείας αναμένεται να καταστεί σημαντικά πιο «πράσινο», καθώς περίπου το 80% της παραγωγικής ισχύος θα προέρχεται από καθαρές και χαμηλότερου κόστους μορφές ενέργειας.
Η ανάπτυξη των έργων ΑΠΕ και αποθήκευσης θα βασιστεί κατά περίπου 60% στις ήδη υφιστάμενες αγορές της Ελλάδας και της Ρουμανίας, ενώ το υπόλοιπο μέρος θα προέλθει από χώρες στις οποίες η εταιρεία έχει πρόσφατα επεκταθεί ή σχεδιάζει να ενισχύσει την παρουσία της, όπως η Βουλγαρία, η Κροατία, η Ιταλία, η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Σλοβακία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει για τον οίκο η δραστηριοποίηση της ΔΕΗ στον τομέα των data centers. Το πρώτο μεγάλο εγχείρημα αφορά την ανάπτυξη κόμβου στην Κοζάνη, με αρχική δυναμικότητα 300 MW εντός του τρέχοντος επενδυτικού πλάνου. Ο σχεδιασμός προβλέπει την έναρξη των εργασιών έως το τέλος του έτους και τη λειτουργία της εγκατάστασης μέχρι τα τέλη του 2028, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξασφαλιστεί στρατηγικός συνεργάτης.
Η Goldman Sachs αναφέρει ότι η εταιρεία βρίσκεται σε εμπιστευτικές διαπραγματεύσεις με μεγάλους hyperscalers, ενώ πληροφορίες της αγοράς κάνουν λόγο για πιθανή συμφωνία μέσα στους επόμενους τρεις έως έξι μήνες. Σε βάθος χρόνου, ο κόμβος της Κοζάνης θα μπορούσε να επεκταθεί έως και τα 2 GW, δημιουργώντας πρόσθετη αξία που δεν αποτυπώνεται στο σημερινό επιχειρηματικό σχέδιο.
Η αποτίμηση που δίνει ο αμερικανικός οίκος βασίζεται σε αρκετά συντηρητικές παραδοχές. Στο βασικό σενάριο υπολογίζεται υποχώρηση περίπου 30% στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, μείωση κατά περίπου 20% των στόχων που έχει θέσει η εταιρεία για έργα ΑΠΕ και αποθήκευσης, καθώς και μηδενική συνεισφορά από τη δραστηριότητα των data centers.
Παρά τις παραδοχές αυτές, η Goldman Sachs προβλέπει μέση ετήσια αύξηση καθαρών κερδών της τάξης του 19% έως το 2030, με τα κέρδη ανά μετοχή να διαμορφώνονται στα 1,79 ευρώ. Παράλληλα, εκτιμά ότι τα EBITDA θα ανέλθουν σε 2,50 δισ. ευρώ το 2026, σε 2,81 δισ. ευρώ το 2027 και σε 3,07 δισ. ευρώ το 2028, ενώ τα καθαρά κέρδη προβλέπονται στα 742 εκατ., 883 εκατ. και 962 εκατ. ευρώ αντίστοιχα.
Στο πιο αισιόδοξο σενάριο, όπου το επιχειρηματικό σχέδιο υλοποιείται πλήρως και χωρίς αποκλίσεις, η τιμή-στόχος θα μπορούσε να φτάσει τα 30 ευρώ ανά μετοχή. Η εκτίμηση αυτή προϋποθέτει την επίτευξη των επιχειρησιακών στόχων εντός χρονοδιαγράμματος και προϋπολογισμού, καθώς και την ενσωμάτωση της πρώτης φάσης του data center της Κοζάνης ισχύος 300 MW. Σε αυτή την περίπτωση, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των καθαρών κερδών θα μπορούσε να διαμορφωθεί στο 24% έως το 2030.
Παρά τη θετική του στάση, ο οίκος επισημαίνει και σειρά κινδύνων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την επενδυτική περίπτωση της ΔΕΗ. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται πιθανή υποχώρηση των τιμών ενέργειας και εμπορευμάτων, καθυστερήσεις στην ανάπτυξη νέων έργων ανανεώσιμων πηγών και συστημάτων αποθήκευσης, χαμηλότερες αποδόσεις από τις επενδύσεις, εντονότερος ανταγωνισμός στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, δυσκολίες στην πορεία απολιγνιτοποίησης, ρυθμιστικές παρεμβάσεις και υψηλότερο κόστος δανεισμού λόγω αυξημένων επιτοκίων.
Ωστόσο, η Goldman Sachs εκτιμά ότι η τρέχουσα αποτίμηση της εταιρείας δεν αποτυπώνει πλήρως τις αναπτυξιακές προοπτικές και τη δυνητική αξία που μπορούν να δημιουργήσουν οι νέες δραστηριότητες τα επόμενα χρόνια.



