Στην ελληνική αγορά, ιδιαίτερη θέση στις προτιμώμενες επιλογές της Morgan Stanley μεταξύ των ευρωπαϊκών τραπεζών μεσαίας κεφαλαιοποίησης κατέχει η Alpha Bank. Η Morgan Stanley διατηρεί σύσταση Overweight για τη μετοχή, με τιμή-στόχο στα 5,50 ευρώ, έναντι 4,65 ευρώ στην αποτίμηση της έκθεσης, γεγονός που μεταφράζεται σε δυνητικό περιθώριο ανόδου περίπου 18%.
Θετική παραμένει η άποψη του οίκου και για τις μετοχές της Πειραιώς και της Eurobank, για τις οποίες επίσης διατηρεί σύσταση Overweight. Για την Πειραιώς, η τιμή-στόχος τοποθετείται στα 12,30 ευρώ, από 10,65 ευρώ, προσφέροντας δυνητικό περιθώριο ανόδου 15%. Αντίστοιχα, για τη Eurobank η τιμή-στόχος διαμορφώνεται στα 5,40 ευρώ, έναντι 4,70 ευρώ, με το περιθώριο ανόδου να υπολογίζεται επίσης στο 15%.
Για την Εθνική Τράπεζα, η Morgan Stanley διατηρεί σύσταση Equal-weight και θέτει τιμή-στόχο στα 19,30 ευρώ, με το εκτιμώμενο περιθώριο ανόδου να διαμορφώνεται στο 13%. Στην περίπτωση της CrediaBank, η σύσταση είναι επίσης Equal-weight, με τιμή αναφοράς στα 1,01 ευρώ και τιμή-στόχο στα 1,09 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δυνητική άνοδο περίπου 8%.
Η Morgan Stanley υπογραμμίζει παράλληλα ότι οι ελληνικές τραπεζικές μετοχές εξακολουθούν να διαπραγματεύονται σε επίπεδα που θεωρούνται ελκυστικά από πλευράς αποτίμησης. Σε επίπεδο κλάδου, οι ελληνικές τράπεζες αποτιμώνται κατά μέσο όρο περίπου στις 9,6 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027 και στις 8,8 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2028. Την ίδια στιγμή, η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων εκτιμάται ότι θα κινηθεί κοντά στο 17% τα επόμενα χρόνια.
Ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου που επισημαίνεται αφορά την άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων. Το spread των ελληνικών κρατικών τίτλων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών έχει διευρυνθεί κατά περίπου 42 μονάδες βάσης από τα τέλη Ιουνίου, στο πλαίσιο της ευρύτερης αναταραχής που έχει εκδηλωθεί στις ευρωπαϊκές αγορές κρατικού χρέους.
Ωστόσο, η Morgan Stanley εκτιμά ότι οι επιπτώσεις για την κεφαλαιακή θέση των τραπεζών παραμένουν διαχειρίσιμες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η επίδραση στον δείκτη CET1 υπολογίζεται σε λιγότερες από 5 μονάδες βάσης. Παρ' όλα αυτά, για ορισμένες τράπεζες στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία, η επίπτωση θα μπορούσε να κινηθεί σε υψηλότερα επίπεδα.
Παρά την πρόσφατη μεταβλητότητα, η επενδυτική άποψη της Morgan Stanley για τον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο παραμένει θετική. Ο οίκος εκτιμά ότι η τελευταία πτώση των μετοχών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επιδείνωση του επενδυτικού κλίματος και, ως εκ τούτου, μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για νέες τοποθετήσεις.
Η ιστορική συμπεριφορά του κλάδου ενισχύει αυτή την εκτίμηση, καθώς μετά από αντίστοιχες τριήμερες διορθώσεις της τάξης του 5%-7% στις ευρωπαϊκές τράπεζες, ο κλάδος εμφάνισε θετική σχετική απόδοση κατά την επόμενη εβδομάδα στο 79% των περιπτώσεων.
Παρά τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις, η Morgan Stanley θεωρεί ότι η κερδοφορία των τραπεζών εξακολουθεί να παρουσιάζει ανθεκτικότητα. Η συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις, τα υψηλότερα επιτόκια και η ισχυρή κεφαλαιακή βάση των τραπεζών λειτουργούν υποστηρικτικά για τα αποτελέσματά τους.
Σε αυτό το περιβάλλον, το βασικό στοιχείο που θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μια νέα ανοδική κίνηση των τραπεζικών μετοχών είναι η σταθεροποίηση της αγοράς κρατικών ομολόγων.



