Γραμμένο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου – υπολογίζεται πως ολοκληρώθηκε μέσα σε τρεις μήνες τον Ιανουάριο του 1949 – το «Περιμένοντας τον Γκοντό» είναι το ματαιωμένο βλέμμα προς την ανθρωπότητα που ανέπνευσε τους καπνούς από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που τράφηκε με ξερούς βολβούς για να επιζήσει, που περπάτησε ξυπόλητη στα ματωμένα χώματα, που έκλεισε τα μάτια και τα αυτιά όταν οι άλλοι υπέφεραν, που – μέσα στην καταστροφή του πολέμου – δεν βρήκε ούτε τα κατάλληλα δέντρα για να απαγχονιστεί. Αλλά, παρόλα αυτά, δεν έπαψε να πιστεύει πως κάτι την υπερβαίνει· κι αυτό το άγνωστο, ανώτερο, ίσως και θεϊκό, «κάτι» – δεν μπορεί – κάποτε, θα φέρει την επιθυμητή κάθαρση.
«Δεν κάνουμε τίποτα, είναι το πιο ασφαλές», ψιθυρίζει ο Εστραγκόν στο φίλο του Βλαντιμίρ. Αυτό το «τίποτα», στο συγγραφικό κόσμο του Σάμιουελ Μπέκετ, περικλείει το παν. Ο «τέταρτος τραγικός» (μετά τους αρχαίους κλασικούς) τοποθετεί τον άνθρωπο σ’ έναν μη τόπο ή «σ’ ένα τόπο που δεν μοιάζει με τίποτα, δεν έχει τίποτα» και μέσα από τη φωνή που ψελλίζουν οι πιο αθόρυβες, οι πιο περιθωριοποιημένες… κόπιες του είδους του, αναρωτιέται πάνω στην ανθρώπινη εμπειρία.






