Παρότι το πλήρες κείμενο της συμφωνίας δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί, όπως επισημαίνει το Carnegie Middle East Center, η ίδια η δημιουργία ενός τέτοιου τριμερούς σχήματος έχει ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περιοχή που βρίσκεται σε ταχεία γεωπολιτική μετάβαση. Η Συμφωνία της Μέκκας αποτελεί, ουσιαστικά, μια προσπάθεια τριών περιφερειακών δυνάμεων να αποτρέψουν την εμφάνιση ενός νέου κενού ασφαλείας στον Περσικό Κόλπο, καθώς η συνεχιζόμενη σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν δοκιμάζει τις ισορροπίες που είχαν διαμορφωθεί επί δεκαετίες.
Η επανέναρξη των εχθροπραξιών, μετά την εκεχειρία του Απριλίου, έφερε στο προσκήνιο την αυξανόμενη επιρροή του Ιράν. Η επιβολή από την Τεχεράνη ελέγχου στα Στενά του Ορμούζ αποτέλεσε ένα από τα πρώτα σαφή σημάδια ότι η αμερικανικής ηγεμονίας τάξη ασφαλείας στην περιοχή άρχισε να κλονίζεται. Παράλληλα, τα σημαντικά πλήγματα που προκάλεσαν ιρανικοί πύραυλοι και drones σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στη Σαουδική Αραβία και αλλού στον Κόλπο δημιούργησαν ένα σοβαρό δίλημμα για τα κράτη που επί χρόνια βασίζονταν στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία ως εγγύηση ασφαλείας.
Για το Ριάντ, επομένως, η ανάγκη για μια νέα προσέγγιση ήταν πλέον εμφανής.
Άγκυρα και Ισλαμαμπάντ δεν άργησαν να αντιληφθούν την ευκαιρία. Καθώς αυξάνονται στον Κόλπο οι φωνές που αντιμετωπίζουν την αμερικανική στρατιωτική παρουσία περισσότερο ως βάρος παρά ως πλεονέκτημα, η Τουρκία και το Πακιστάν άρχισαν να βλέπουν περιθώριο για έναν διευρυμένο ρόλο ως περιφερειακοί εγγυητές ασφαλείας.
Παράλληλα, η περιθωριοποίησή τους από τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC) έδωσε στις δύο χώρες έναν ακόμη λόγο να στηρίξουν τη δημιουργία μιας διαφορετικής περιφερειακής αρχιτεκτονικής. Μια νέα δομή ασφαλείας θα μπορούσε να προσφέρει όχι μόνο γεωπολιτικά, αλλά και σημαντικά οικονομικά οφέλη, εντάσσοντας την Τουρκία και το Πακιστάν σε ένα ευρύτερο δίκτυο διεθνών εμπορικών και αναπτυξιακών διαδρόμων. Την ίδια στιγμή, η χρηματοδότηση από τη Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να ενισχύσει τις αμυντικές βιομηχανίες και των δύο χωρών.
Από τη διμερή συμφωνία στη νέα τριμερή συμμαχία
Η Συμφωνία της Μέκκας μπορεί να φαίνεται ως αιφνίδια εξέλιξη, στην πραγματικότητα όμως πατά πάνω σε μια ήδη υπάρχουσα συμφωνία μεταξύ Πακιστάν και Σαουδικής Αραβίας.
Τον Σεπτέμβριο του 2025, μόλις οκτώ ημέρες μετά την ισραηλινή αεροπορική επιδρομή εναντίον της ηγεσίας της Χαμάς στη Ντόχα, οι δύο χώρες υπέγραψαν τη Στρατηγική Συμφωνία Αμοιβαίας Άμυνας (SMDA). Η συμφωνία προέβλεπε ότι οποιαδήποτε επίθεση εναντίον της μίας χώρας θα θεωρείται επίθεση και εναντίον της άλλης, δημιουργώντας ουσιαστικά το διμερές υπόβαθρο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε το νέο τριμερές σχήμα.
Αξιοσημείωτο είναι ότι ούτε η SMDA ούτε η Συμφωνία της Μέκκας κατονομάζουν ρητά κάποιον αντίπαλο. Η στρατηγική αυτή ασάφεια επιτρέπει στις τρεις κυβερνήσεις να παρουσιάζουν τη συμφωνία ως εργαλείο περιφερειακής σταθερότητας και όχι ως συμμαχία εναντίον συγκεκριμένου κράτους.
Ωστόσο, οι επίσημες δηλώσεις κάνουν λόγο για ενίσχυση της «συλλογικής αποτροπής απέναντι σε οποιαδήποτε πράξη επιθετικότητας». Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, παραμένει: απέναντι σε ποιον;
Στο Ιράν; Στο Ισραήλ; Σε μη κρατικούς ένοπλους παράγοντες; Ή σε οποιαδήποτε άλλη δύναμη που θα μπορούσε να απειλήσει τα συμφέροντα των τριών χωρών;
Η απάντηση δεν είναι ακόμη ξεκάθαρη.
Η τουρκική παράμετρος αλλάζει τις ισορροπίες
Η είσοδος της Τουρκίας προσδίδει στη συμφωνία διαφορετική δυναμική σε σχέση με την αρχική διμερή σχέση Ριάντ–Ισλαμαμπάντ. Η SMDA βασιζόταν σε μια σχετικά απλή εξίσωση ασφάλειας και οικονομίας: το Πακιστάν θα μπορούσε να διαθέσει τις ένοπλες δυνάμεις του για την αμυντική προστασία της Σαουδικής Αραβίας, ενώ το Ριάντ θα παρείχε κρίσιμη οικονομική στήριξη στο Πακιστάν.
Με την Τουρκία στο σχήμα, όμως, το επίκεντρο μπορεί να μετατοπιστεί προς την αντιμετώπιση κοινών περιφερειακών προκλήσεων.
Η Άγκυρα αποτελεί σημαντική περιφερειακή δύναμη και επιδιώκει να περιορίσει την ισραηλινή επιρροή στη Μέση Ανατολή, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Συρία και ο Λίβανος, αλλά και να επαναπροσδιορίσει την αραβική πολιτική μετά την αποδυνάμωση της δυναμικής που είχαν δημιουργήσει οι Συμφωνίες του Αβραάμ.
Η Τουρκία και το Πακιστάν δεν μπορούν ασφαλώς να επηρεάσουν τις σχέσεις του Ριάντ με τους δικούς τους περιφερειακούς αντιπάλους —την Ελλάδα και την Ινδία αντίστοιχα. Μια κοινή στρατηγική εστίαση, όμως, στην αποτροπή των περιφερειακών φιλοδοξιών τόσο του Ισραήλ όσο και του Ιράν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια πιο συνεκτική συμμαχία.
O IMEC και ο ανταγωνισμός των εμπορικών διαδρόμων
Η νέα συμφωνία ενδέχεται να αποδειχθεί σημαντική και στο οικονομικό πεδίο. Για την Τουρκία και το Πακιστάν, η Συμφωνία της Μέκκας προσφέρει μια ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουν τη θέση τους απέναντι στον IMEC, ο οποίος ανακοινώθηκε στη σύνοδο της G20 στο Νέο Δελχί το 2023 και ουσιαστικά σχεδιάζει εμπορικές διαδρομές που παρακάμπτουν τις δύο χώρες.
Σύμφωνα με Πακιστανούς αξιωματούχους, το ζήτημα του IMEC βρέθηκε στο τραπέζι των συζητήσεων στη Μέκκα πριν από την ανακοίνωση της νέας συμφωνίας.
Η σύνδεση της περιφερειακής ασφάλειας με μεγάλα έργα υποδομών θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση Άγκυρας και Ισλαμαμπάντ στους διεθνείς εμπορικούς διαδρόμους. Μια πιθανή εναλλακτική διαδρομή είναι ο Iraq Development Road, ο οποίος προβλέπει τη σύνδεση της νοτιοδυτικής Κίνας —μέσω του Οικονομικού Διαδρόμου Κίνας–Πακιστάν και του λιμανιού Gwadar— με τη Βασόρα, την Τουρκία και τελικά την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ένα τέτοιο σχέδιο θα μπορούσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον του Πεκίνου και να συνδεθεί με την ευρύτερη κινεζική πρωτοβουλία Belt and Road.
Το μεγάλο ερώτημα: πόσο δεσμευτική είναι η συμφωνία;
Το σημαντικότερο, ωστόσο, ερώτημα αφορά το κατά πόσο οι τρεις χώρες είναι πραγματικά διατεθειμένες να μετατρέψουν τη συμφωνία σε μια λειτουργική αμυντική συμμαχία που θα θυμίζει, έστω σε κάποιο βαθμό, το μοντέλο του ΝΑΤΟ.
Οι τρεις κυβερνήσεις δήλωσαν ότι «οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση εναντίον οποιουδήποτε από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων».
Τι θα συνέβαινε, όμως, εάν το Ιράν εξαπέλυε επίθεση εναντίον της Σαουδικής Αραβίας; Θα έσπευδαν η Τουρκία και το Πακιστάν να εμπλακούν σε μια σύγκρουση στο πλευρό του Ριάντ;
Η απάντηση κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν διευκρίνισε ότι, σε περίπτωση επίθεσης εναντίον ενός από τα μέλη, οι τρεις χώρες θα προχωρούσαν πρώτα σε διαβουλεύσεις προκειμένου να καθορίσουν την αντίδρασή τους.
Παράλληλα, οι τρεις κυβερνήσεις φρόντισαν να παρουσιάσουν τη συμφωνία ως ανοιχτή σε νέα μέλη και όχι ως συμμαχία που στρέφεται εναντίον κάποιας συγκεκριμένης χώρας.
Η Τουρκία έσπευσε να υπογραμμίσει ότι η συμφωνία δεν επηρεάζει τις υποχρεώσεις της στο ΝΑΤΟ. Η Σαουδική Αραβία απέρριψε την ιδέα ότι το νέο σχήμα έχει σεχταριστικό ή καθαρά στρατιωτικό χαρακτήρα, ενώ το Πακιστάν τόνισε ότι πρόκειται για μια καθαρά αμυντική συμφωνία, η οποία δεν στρέφεται ούτε εναντίον της Ινδίας ούτε εναντίον του Ιράν.
Οι αντιδράσεις από το Νέο Δελχί, αλλά και από το Άμπου Ντάμπι —περιφερειακό ανταγωνιστή του Ριάντ— ήταν μέχρι στιγμής συγκρατημένες. Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη αντιμετώπισε τη συμφωνία ως ένδειξη απομάκρυνσης από την αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας και, κατά συνέπεια, ως εξέλιξη που λειτουργεί προς όφελός της.
Η πραγματική δοκιμασία θα είναι η πράξη
Το πραγματικό τεστ για τη βιωσιμότητα της Συμφωνίας της Μέκκας θα είναι το κατά πόσο θα μεταφραστεί σε συντονισμένη πολιτική δράση στις χώρες όπου οι τρεις υπογράφουσες διαθέτουν επιρροή.
Η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν φέρεται ήδη να συνεργάζονται για τον τερματισμό των εχθροπραξιών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Παράλληλα, η Τουρκία διαμεσολαβεί μεταξύ των Ταλιμπάν του Αφγανιστάν και του Πακιστάν, με στόχο την επίλυση των εκκρεμών συνοριακών διαφορών.
Το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι η ενισχυμένη τουρκο-σαουδαραβική συνεργασία σε Ιράκ, Συρία και Λίβανο.
Σε τελική ανάλυση, η σημασία της Συμφωνίας της Μέκκας θα κριθεί από την ικανότητα της Σαουδικής Αραβίας, του Πακιστάν και της Τουρκίας να ευθυγραμμίσουν —ή τουλάχιστον να συντονίσουν— τις θέσεις τους σε μια σειρά κρίσιμων περιφερειακών ζητημάτων.
Εάν το καταφέρουν, η συμφωνία της 7ης Αυγούστου μπορεί στο μέλλον να θεωρηθεί όχι απλώς ως μια αμυντική συμφωνία τριών χωρών, αλλά ως το σημείο εκκίνησης για μια νέα περιφερειακή τάξη ασφαλείας στη Μέση Ανατολή.





