Ο θάνατός του επιβεβαιώθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού και Τεχνών, το οποίο εξέφρασε τη θλίψη του για την απώλειά του μέσω δημόσιας ανακοίνωσης, υπογραμμίζοντας ότι «ο Γκουσμάν δημιούργησε μια παρακαταθήκη που ξεπέρασε τα σύνορά μας και θα συνεχίσει να συνομιλεί με τις νέες γενιές».
Στην πρώτη του ταινία, «Το πρώτο έτος», απαθανάτισε την έναρξη της κυβέρνησης του Σαλβαδόρ Αλιέντε, το 1970, ένα θέμα που τον συνόδευσε σε όλη τη μακρά και διεθνώς αναγνωρισμένη πορεία του. «Από την πρώτη ταινία εγκλωβίστηκα πολιτικά και δεν κατάφερα ποτέ να ξεφύγω. Επομένως, ολόκληρο το έργο που έκανα στη συνέχεια ξεκινά από την τραγωδία της Χιλής. Από το πώς η χώρα ξεχνούσε και στη συνέχεια θυμόταν σιγά-σιγά. Η υπόθεση Πινοσέτ και άλλες ταινίες είναι έργα που επαναφέρουν ξεχασμένες στιγμές αυτής της Χιλής που υπέφερε. Και αυτή είναι η βασική αιτία του μεγαλύτερου μέρους του έργου μου», είχε δηλώσει ο Γκουσμάν, σε συνέντευξή του το 2021 στην EL PAÍS η οποία τον παρουσιάζει ως δεινό συνομιλητή.
«Κάθε δημιουργός έχει ένα εμμονικό θέμα, κάτι που τον γεμίζει. Για κάποιους είναι μια πόλη, ένα πρόσωπο και, για μένα, είναι η μνήμη αυτής της χώρας. Δεν μπορώ να προχωρήσω αν δεν καταφύγω σε αυτήν. Είναι το πλεονέκτημά μου και, φυσικά, ο περιορισμός μου», είχε προσθέσει τότε.
Σύμφωνα με την ισπανική εφημερίδα, ο Γάλλος σκηνοθέτης Κρις Μαρκέρ αγόρασε τα δικαιώματα προβολής του «Πρώτου έτους», προκειμένου να το κυκλοφορήσει στις κινηματογραφικές αίθουσες της Γαλλίας, της χώρας όπου ο Γκουσμάν ολοκλήρωσε την εξορία του τη δεκαετία του 1980 και όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα.
«Η μάχη της Χιλής – Ο αγώνας ενός λαού χωρίς όπλα»
Στην τριλογία του, «Η Μάχη της Χιλής» ο Γκουσμάν θα περιγράψει διεξοδικά μέσα από πλούσιο αρχειακό υλικό και συνεντεύξεις που ο ίδιος τράβηξε σε πραγματικό χρόνο την αντίσταση του λαού της Χιλής στις προσπάθειες αποσταθεροποίησης της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης του Σαλβαδόρ Αλιέντε από τη δεξιά αντιπολίτευση, μερίδα επιχειρηματικών κύκλων και τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, μέχρι το πραξικόπημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 1973.
Συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ εκτός από την καθοδήγηση του στρατού, χρηματοδοτούσαν προσπάθειες για δημιουργία εργοδοτικών σωματείων με σκοπό την υποκίνηση απεργιών -όπως στον κρίσιμο τομέα των μεταφορών- που είχαν ως στόχο την «παράλυση» της οικονομίας και της παραγωγής, την πρόκληση λαϊκής δυσαρέσκειας και τον εξαναγκασμό της κυβέρνησης Αλιέντε σε παραίτηση.
Παρ’ όλα αυτά, οι εργάτες συνέχιζαν να πηγαίνουν στις δουλειές τους με στόχο την διατήρηση της βιομηχανικής δραστηριότητας ζωντανής στηρίζοντας έτσι την κυβέρνηση. Επιπλέον, καθώς οι έμποροι δημιουργούσαν τεχνικές ελλείψεις συσσωρεύοντας και αποθηκεύοντας την παραγωγή, με σκοπό τη διοχέτευσή της στη μαύρη αγορά, οι κάτοικοι δημιούργησαν μηχανισμούς άμεσης διανομής στις γειτονιές παρακάμπτοντας το ρόλο των εμπόρων.
Να σημειωθεί ότι το χρονικό του Γκουσμάν θα προβληθεί στη χώρα για πρώτη φορά μετά την πτώση της δικτατορίας το 1997 με το σκηνοθέτη μάλιστα να καταγράφει τις αντιδράσεις των θεατών στο ντοκιμαντέρ του Chile: Obstinate Memory.
«Αφιέρωσε τη ζωή του στη διερεύνηση των πληγών της Χιλής»
Από το CinemaChile, τον οργανισμό προώθησης του χιλιανού οπτικοακουστικού τομέα στο εξωτερικό, επισημάνθηκε ότι ο Γκουσμάν «αφιέρωσε τη μακρά πορεία του στην εξερεύνηση της μνήμης, της ιστορίας και των πληγών της Χιλής, μέσα από ένα έργο που αναγνωρίστηκε διεθνώς. Από τη «Μάχη της Χιλής», ένα θεμελιώδες έργο του πολιτικού ντοκιμαντέρ και του λατινοαμερικανικού κινηματογράφου, μέχρι το «Νοσταλγώντας το φως», «Το μαργαριταρένιο κουμπί» και την «Οροσειρά των ονείρων», η φιλμογραφία του διαμόρφωσε μια μοναδική ματιά στην ιστορία και την ταυτότητα της χώρας μας».
Παράλληλα, υπογράμμισε ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο κινηματογράφος του ξεπέρασε τα σύνορα και τις γενιές, «αφήνοντας μια θεμελιώδη παρακαταθήκη για τον χιλιανό και τον διεθνή οπτικοακουστικό τομέα και για τη διαφύλαξη της μνήμης μας».
Στην τελευταία του ταινία, «Η φανταστική χώρα μου», ο ακούραστος μαέστρος θα καλύψει την -πιο πρόσφατη- εξέγερση στη Χιλή του 2019 που οδήγησε σε κρεσέντο αστυνομικής βίας σε βάρος των διαδηλωτών και στην πτώση της νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης του Σεμπαστιάν Πινιέρα.
Η σημασία της αντίστασης στη λήθη
Όπως επισημαίνει η EL PAÍS, ο Γκουσμάν είχε εκφράσει την πικρία του για τη λήθη που χαρακτήρισε για ορισμένα χρόνια τη στάση της νοτιοαμερικανικής χώρας απέναντί του, καθώς δεν αναγνωριζόταν ούτε το έργο του ούτε προβάλλονταν οι ταινίες του, όπως συνέβαινε στην Ευρώπη, όπου εγκαταστάθηκε μετά το πραξικόπημα του 1973, από το οποίο την περασμένη Παρασκευή συμπληρώθηκαν 53 χρόνια.
«Η κουρτίνα της λήθης είναι πολύ ισχυρή, γιατί πίσω της βρίσκεται ο τρόμος: μην το θυμάσαι, γιατί θα σε χτυπήσει η αστυνομία (...) Η Χιλή, όπως σχεδόν ολόκληρη η Λατινική Αμερική, είναι μια χώρα χωρίς μνήμη, όπου η ιστορία δεν υπάρχει. Υπάρχουν δύο ή τρεις ημερομηνίες που τιμώνται και για όλα τα υπόλοιπα, μηδέν», είχε δηλώσει το 2021, όταν η «Οροσειρά των ονείρων» είχε προταθεί για το βραβείο της 36ης διοργάνωσης των βραβείων Γκόγια.
Στη συνέχεια, η ταινία έλαβε το βραβείο Καλύτερης Ιβηροαμερικανικής Ταινίας από την Ισπανική Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών. Δύο χρόνια αργότερα, ο Γκουσμάν τιμήθηκε στη Χιλή με το Εθνικό Βραβείο Παραστατικών Τεχνών και Οπτικοακουστικών Έργων.



