Σύμφωνα με τους νέους κανονισμούς, τα πλοία που ανήκουν ή λειτουργούν από κινεζικές εταιρείες θα πληρώνουν τέλος 50 δολάρια ανά καθαρό τόνο (net ton). Για πλοία που έχουν ναυπηγηθεί στην Κίνα αλλά δεν είναι κινεζικής ιδιοκτησίας, το τέλος θα ανέρχεται σε 18 δολάρια ανά τόνο ή 120 δολάρια ανά κοντέινερ, όποιο ποσό είναι μεγαλύτερο. Επιπλέον, τα πλοία μεταφοράς αυτοκινήτων που δεν έχουν κατασκευαστεί στις ΗΠΑ θα επιβαρύνονται με 14 δολάρια ανά τόνο, ενώ τα πλοία μεταφοράς LNG εξαιρούνται από τα μέτρα.
Η υποχρέωση πληρωμής και απόδειξης καταβολής βαραίνει τον διαχειριστή του πλοίου και όχι τις αμερικανικές τελωνειακές αρχές. Αυτό σημαίνει ότι η ευθύνη πέφτει αποκλειστικά στον πλοιοκτήτη ή τον operator, ο οποίος οφείλει να έχει ολοκληρώσει τη διαδικασία εγκαίρως, διαφορετικά αντιμετωπίζει σοβαρές καθυστερήσεις στη λειτουργία του πλοίου.
Η Κίνα έχει ήδη αντιδράσει, χαρακτηρίζοντας τα μέτρα διακριτική μεταχείριση. Το Πεκίνο έχει θεσπίσει δικό του πλαίσιο «αντιμέτρων», το οποίο του επιτρέπει να επιβάλλει περιορισμούς ή πρόσθετα τέλη σε πλοία κρατών που στοχοποιούν κινεζικά σκάφη. Οι εξελίξεις δημιουργούν ανησυχία για περαιτέρω ένταση στο παγκόσμιο εμπόριο, καθώς οι αμερικανικοί λιμένες, όπως το Λος Άντζελες και το Λονγκ Μπιτς, αποτελούν βασικά σημεία εισόδου για τις κινεζικές εξαγωγές.
Παράλληλα, μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες όπως οι CMA CGM, Maersk, ONE και HMM έχουν ανακοινώσει ότι δεν σκοπεύουν προς το παρόν να μετακυλήσουν τα πρόσθετα κόστη στους πελάτες τους, θέλοντας να αποφύγουν περαιτέρω αναταράξεις στην αγορά μεταφορών. Ωστόσο, παραμένει αβέβαιο αν αυτή η στάση μπορεί να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα, σε περίπτωση που οι χρεώσεις αυξήσουν σημαντικά τα λειτουργικά έξοδα.
Η απόφαση των ΗΠΑ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εμπορικών πιέσεων απέναντι στην Κίνα και αναμένεται να έχει επιπτώσεις όχι μόνο στις σχέσεις Ουάσιγκτον–Πεκίνου, αλλά και στη λειτουργία των διεθνών ναυτιλιακών γραμμών που χρησιμοποιούν κινεζικά ναυπηγεία.







