Ανάλυση της Washington Post, βασισμένη σε οικονομικές γνωστοποιήσεις και εταιρικές ανακοινώσεις, καταγράφει σημαντική έκθεση του Τραμπ και των γιων του σε εταιρείες και επενδύσεις που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, από κατασκευαστές μικροτσίπ και εξοπλισμού για data centers έως ενεργειακές υποδομές.
Η στάση του προέδρου υπέρ της ταχείας ανάπτυξης της AI συνδέεται, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, με την επιθυμία των ΗΠΑ να διατηρήσουν τεχνολογικό και οικονομικό πλεονέκτημα έναντι της Κίνας, αλλά και με τις σχέσεις του με ισχυρούς παράγοντες της τεχνολογικής βιομηχανίας. Μεταξύ αυτών βρίσκονται επενδυτές και στελέχη όπως ο Ντέιβιντ Σακς, ο διευθύνων σύμβουλος της Nvidia Τζένσεν Χουάνγκ και ο επικεφαλής της Meta Μαρκ Ζούκερμπεργκ. Παράλληλα, ο Τραμπ έχει επανειλημμένα συνδέσει την οικονομική του εικόνα με την άνοδο του χρηματιστηρίου.
Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω των προσωπικών επενδύσεων του προέδρου. Σύμφωνα με τις οικονομικές γνωστοποιήσεις, οι επενδυτικοί του λογαριασμοί έχουν καταγράψει σχεδόν 30.000 συναλλαγές από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, μεταξύ άλλων σε εταιρείες που προμηθεύουν την αγορά της AI με μικροτσίπ, servers και ενεργειακές υποδομές. Μεταξύ των εταιρειών στις οποίες έχει αγοράσει μετοχές βρίσκονται οι Dell Technologies, Micron Technology και GE Vernova.
Το γεγονός ότι οι επενδύσεις αυτές μπορούν να επηρεαστούν από τις εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Ο Τραμπ, σε αντίθεση με αρκετούς προκατόχους του, δεν έχει τοποθετήσει τα περιουσιακά του στοιχεία σε blind trust και εξακολουθεί να πραγματοποιεί αγοραπωλησίες μετοχών ενώ βρίσκεται στην προεδρία.
Ο Λευκός Οίκος απορρίπτει πάντως την ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων. Εκπρόσωπος του προέδρου δήλωσε ότι οι επενδύσεις πραγματοποιούνται από ανεξάρτητους διαχειριστές, μέσω λογαριασμών διακριτικής διαχείρισης και αυτοματοποιημένων χαρτοφυλακίων που ακολουθούν αναγνωρισμένους χρηματιστηριακούς δείκτες. Σύμφωνα με την ίδια δήλωση, ούτε ο Τραμπ ούτε μέλη της οικογένειάς του έχουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν τις επενδυτικές αποφάσεις.
Την ίδια στιγμή, επιχειρήσεις που συνδέονται με την οικογένεια Τραμπ διευρύνουν την παρουσία τους στον χώρο. Η Trump Media & Technology Group, μητρική εταιρεία της Truth Social, έχει ανακοινώσει συμφωνία συγχώνευσης με εταιρεία πυρηνικής σύντηξης, σε μια περίοδο κατά την οποία η αυξανόμενη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από τα data centers ενισχύει το ενδιαφέρον για νέες πηγές ενέργειας.
Παράλληλα, η Truth Social κινείται και στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης, εξετάζοντας την αδειοδότηση πρόσβασης σε αναρτήσεις της προς εταιρείες AI για την εκπαίδευση των μοντέλων τους. Έχει επίσης λανσάρει εργαλείο αναζήτησης που βασίζεται στην τεχνολογία της Perplexity.
Μεγάλες επενδύσεις των γιων του Τραμπ
Ιδιαίτερη είναι και η δραστηριότητα των δύο μεγαλύτερων γιων του προέδρου. Ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ είναι εταίρος της 1789 Capital, επενδυτικής εταιρείας που έχει τοποθετηθεί σε επιχειρήσεις τεχνητής νοημοσύνης και ψηφιακών υποδομών, μεταξύ άλλων στις Cerebras Systems, Perplexity και xAI. Ο Έρικ Τραμπ, από την πλευρά του, επενδύει μέσω της American Ventures σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται μεταξύ άλλων στην άμυνα, τη ρομποτική και την επεξεργασία δεδομένων με χρήση AI.
Παράλληλα, οι δύο γιοι συμμετείχαν στη δημιουργία της American Data Centers, μιας πρωτοβουλίας που στόχευε στην ανάπτυξη υποδομών για την τεχνητή νοημοσύνη. Η εταιρεία στη συνέχεια συγχωνεύθηκε με την American Bitcoin, εταιρεία εξόρυξης ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων που συνδέεται με την Hut 8 και ένα μεγάλο σχέδιο data center στο Τέξας.
Οι εξελίξεις αυτές σημειώνονται ενώ αυξάνονται οι εκκλήσεις από πολιτικούς, ερευνητές και κορυφαία στελέχη της τεχνολογίας για αυστηρότερες δικλίδες ασφαλείας γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Οι προειδοποιήσεις έχουν ενταθεί μετά τις δημόσιες τοποθετήσεις στελεχών όπως ο Ντάριο Αμοντέι της Anthropic, ο Σαμ Άλτμαν της OpenAI και ο Έλον Μασκ, οι οποίοι έχουν εκφράσει ανησυχίες για τους κινδύνους από την ταχύτητα ανάπτυξης της τεχνολογίας.
Ο Τραμπ έχει απορρίψει μεγάλο μέρος αυτών των ανησυχιών, υποστηρίζοντας ότι η τεχνητή νοημοσύνη χρειάζεται κυρίως αποτελεσματική πολιτική εποπτεία και εφαρμογή των υφιστάμενων νόμων. Το ζήτημα αποκτά πλέον και πολιτική διάσταση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, καθώς δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σημαντικό μέρος των Αμερικανών ανησυχεί για την ταχύτητα ανάπτυξης της AI και αντιτίθεται στην κατασκευή νέων data centers.
Έτσι, η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται πλέον στο σημείο όπου συναντώνται η αμερικανική τεχνολογική πολιτική, οι χρηματιστηριακές αγορές και τα επιχειρηματικά συμφέροντα της οικογένειας του προέδρου. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι αποφάσεις της κυβέρνησης μπορούν να διαχωριστούν στην πράξη από ένα επιχειρηματικό οικοσύστημα που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη έκθεση στην οικονομία της AI.



