Με ανατομική ματιά στην ίδιοσυστασία της Ε.Ε. και της νομισματικής ενοποίησης, όσο και στη μέχρι τώρα διαχείριση της κρίσης, η ακαδημαϊκή πένα του Νίκου Κουτσιαρά, με δόση εκλαϊκευτικής διάθεσης, δε διστάζει να κάνει προτάσεις – προβλέψεις, με τη συστολή πάντα του ακαδημαϊκού, που γνωρίζει ότι ο λόγος του δοκιμάζεται από την ιστορία, αλλά και «πειθαρχείται από το ήθος της επιστήμης και ζωογονείται στα ανοικτά αμφιθέατρα της γνώσης.»
Το μείζον και διττό ερώτημα, με άλλα λόγια, είναι εάν η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει και εάν μπορεί να αλλάξει, ερώτημα που, δίχως άλλο, παραπέμπει στις θεωρήσεις μας περί την ίδια την φύση του Ευρωπαϊκού πολιτικού σχεδίου. Σε αυτό το ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει ο συγγραφέας, παρακολουθώντας το Ευρωπαϊκό οικονομικό και πολιτικό τοπίο πριν και μετά την κρίση και εντοπίζοντας και εξηγώντας τις μεταβολές των δεδομένων και των αντιλήψεων είτε, πολλές φορές, την απουσία μεταβολής τους – βεβαίως και την μεταβολή είτε την απουσία μεταβολής των δικών του αντιλήψεων και προσδοκιών.
Έτσι, στη μακροσκελή και συνάμα περιεκτική εισαγωγή του βιβλίου ο Ν. Κουστιαράς, αλλά και σε σειρά κειμένων παίρνει θέση. Τονίζει ότι «η πρόκριση της πολιτικής λιτότητας αντιβαίνει στην οικονομική λογική – και παρακάμπτει την ιστορική εμπειρία». Προχωρώντας, μάλιστα, ένα βήμα παραπάνω σημειώνει με το βλέμμα στα όσα συμβαίνουν: «Η επιθετική δημοσιονομική εξυγίανση εξασθενίζει (εάν δεν αναιρεί) τόσο την σκοπιμότητα όσο και πολιτικώς εφικτό της εκ παραλλήλου εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων». Δε διστάζει μάλιστα, ανοίγοντας τα χαρτιά των ακαδημαϊκών του αναφορών, αλλά και των αντι- νεοκλασσικών του διαθέσεων να πει ότι: «Η αποσόβηση του κινδύνου (για την μακροοικονομική σταθερότητα και την εγχώρια και Ευρωπαϊκή πολιτική ισορροπία) προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την αποκατάσταση της δυνατότητας άσκησης αντικυκλικής δημοσιονομικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο και την παρουσία δεκαοκτώ (;) μικρών, αυθεντικών όμως John Meynard Keynes.»
Θεωρεί με αρκετή δόση απαισιοδοξίας πως, μολονότι η αμοιβαιοποίηση του χρέους και η θέσμιση αναδιανεμητικών μηχανισμών στο
επίπεδο της ευρωζώνης θα διασφάλιζαν, πιθανότατα, τη βιωσιμότητα της ευρωζώνης, τα ενδεχόμενα είναι σχεδόν μηδενικά. Γνωρίζοντας, τέλος, το ιστορικό πεπερασμένο της υπόθεσης αυτής σημειώνει ότι στην περίπτωση της Ελλάδας «η νομισματική αυτονομία δεν είναι απλώς μοιραία αλλά και επιλογή ανάκαμψης από την κρίση.»
επίπεδο της ευρωζώνης θα διασφάλιζαν, πιθανότατα, τη βιωσιμότητα της ευρωζώνης, τα ενδεχόμενα είναι σχεδόν μηδενικά. Γνωρίζοντας, τέλος, το ιστορικό πεπερασμένο της υπόθεσης αυτής σημειώνει ότι στην περίπτωση της Ελλάδας «η νομισματική αυτονομία δεν είναι απλώς μοιραία αλλά και επιλογή ανάκαμψης από την κρίση.»