Ήταν Απρίλιος του 1993 όταν ο – έως τότε άγνωστος – Χρήστος Μαυρίκης κατήγγειλε ότι ως υπάλληλος του ΟΤΕ είχε παγιδεύσει το σταθερό τηλέφωνο του γραφείου του Ανδρέα Παπανδρέου, κατόπιν εντολής του στρατηγού Νίκου Γρυλλάκη, στενού συνεργάτη του πρώην πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Ο Μαυρίκης αναγκάστηκε να φτάσει σε αυτήν την ομολογία, καθώς προηγουμένως ο Μιλτιάδης Έβερτ – εσωτερικός αντίπαλος του Μητσοτάκη στη Νέα Δημοκρατία – είχε ανακαλύψει πως τόσο ο ίδιος, όσο και άλλοι «δελφίνοι» είχαν πέσει θύματα υποκλοπής των συνομιλιών τους. Αυτή ήταν η αρχή της αποκάλυψης ενός πολύκροτου σκανδάλου και το τέλος της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Η Νέα Δημοκρατία έχασε τις εκλογές του 1993, με το ΠΑΣΟΚ να επανέρχεται στην εξουσία, για την τελευταία θητεία του Ανδρέα Παπανδρέου.
Μία άγνωστη «λεπτομέρεια» της υπόθεσης είναι ότι μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου των υποκλοπών, ο στρατηγός Νικόλαος Γρυλλάκης, στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει ασυλία πλησίασε κορυφαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ και στενό συνεργάτη του Ανδρέα Παπανδρέου, με την εξής πρόταση: να του αποκαλύψει όλα τα σχέδια του Μητσοτάκη και των συνεργατών του, να του παραδώσει όλα τα σχετικά στοιχεία και τις μαγνητοταινίες με τις παράνομα καταγεγραμμένες συνομιλίες, με αντάλλαγμα να μην του ασκηθεί δίωξη.
Το έντονο κλίμα των ημερών ήταν που ανάγκασε και τον Χρήστο Μαυρίκη να ομολογήσει την εμπλοκή του. Λέγεται, μάλιστα, ότι κασέτες με το παράνομο υλικό έφτασαν να πωλούνται μέχρι και στην πλατεία Ομονοίας!
«Η παγίδευση γινόταν μέσα από ΚΑΦΑΟ αλλά και μέσα από διαμερίσματα που νοικιάζαμε τότε. “Τραβάγαμε” τη γραμμή παράλληλα στα διαμερίσματα και βάζαμε εκεί τα μαγνητόφωνα. Είχαμε νοικιάσει 4 έως 5 διαμερίσματα και είχαμε τα τηλέφωνα μόνιμα εκεί», είχε πει αργότερα ο Μαυρίκης σε συνέντευξή του, προσθέτοντας πως μετά την αποδελτίωση, οι κρίσιμες συνομιλίες παραδίδονταν στο γραφείο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Μάλιστα, όπως έγινε γνωστό, ένα εξ αυτών των διαμερισμάτων ήταν μεσοτοιχία με το πολιτικό γραφείο του ΠΑΣΟΚ και μία σχεδόν αδιόρατη τρύπα στον κοινό ενδιάμεσο τοίχο προσέφερε ευκολότερη πρόσβαση - ένα ακόμη διαμέρισμα... παρακολούθησης βρισκόταν ακριβώς απέναντι.
Μετά την καταγγελία του Χρήστου Μαυρίκη – του «εθνικού κοριού», όπως ονομάστηκε τότε από τον Τύπο – κι αφού είχε πια «πέσει» η κυβέρνηση Μητσοτάκη, το 1993 δηλαδή, διεξήχθη έρευνα στα ΚΑΦΑΟ του ΟΤΕ και διαπιστώθηκε πως παρακολουθήθηκαν τα τηλέφωνα, όχι μόνο του Ανδρέα Παπανδρέου, των γραφείων του ΠΑΣΟΚ στη Χαριλάου Τρικούπη και του Μιλτιάδη Έβερτ, αλλά και του Γεράσιμου Κουρή, του Γεωργίου Ράλλη και του Αντώνη Λιβάνη.
Απαλυπτική είναι και η σχετική μαρτυρία του Κώστα Σημίτη, ο οποίος στα Απομνημονεύματά του αναφέρει: «Τότε, 1988-1989, έμεινα περίπου για ένα εξάμηνο στην οδό Γ’ Σεπτεμβρίου, γιατί επισκευάζαμε το σπίτι μας στην Αναγνωστοπούλου. Θυμάμαι ότι τις πρώτες μέρες μας είχε κάνει εντύπωση η καθαρότητα του ήχου στο τηλέφωνο· δεν υπήρχαν παράσιτα, βουητά ή άλλοι ήχοι. Επειτα από λίγες μέρες, η κατάσταση άλλαξε ριζικά. Στο τηλέφωνο ακούγονταν οι γνώριμοι ήχοι της παρακολούθησης. Εξω από το σπίτι εμφανίσθηκε ένα αυτοκίνητο με συμβατικές πινακίδες. Με συνόδευε από απόσταση· άλλοτε οι επιβάτες του παρακολουθούσαν απλώς από το απέναντι πεζοδρόμιο ποιοι επισκέπτονταν την πολυκατοικία. Η ασφάλειά μου με πληροφόρησε ότι ήταν “παιδιά της ΕΥΠ” σε υπηρεσία. Αισθάνθηκα ότι το ΠΑΣΟΚ πραγματοποιούσε μια μεγάλη οπισθοδρόμηση» .
Το 1994, μετά την επιστροφή του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, συστήθηκε προανακριτική επιτροπή που πρότεινε την παραπομπή του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αλλά και της Ντόρας Μπακογιάννη, όμως ο Ανδρέας Παπανδρέου αποφάσισε να μην φτάσει η υπόθεση σε ειδικό δικαστήριο. Τον Ιανουάριο του 1995 η πρότασή του υπερψηφίστηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο.
Ο Χρήστος Μαυρίκης καταδικάστηκε από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, καθώς κρίθηκε ένοχος κατά πλειοψηφία (4-1), και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών, την οποία εξέτισε στις φυλακές Κορυδαλλού.








