Αναλυτικότερα όσα αναφέρει η Eurostat:
Το 2024, το 6,3% των ατόμων ηλικίας 16 ετών και άνω στην ΕΕ που είχαν ανάγκη οδοντιατρικής φροντίδας ανέφεραν ότι δεν μπόρεσαν να την λάβουν λόγω οικονομικών λόγων, μεγάλων λιστών αναμονής ή απόστασης από τους παρόχους οδοντιατρικής φροντίδας.
Μεταξύ των χωρών της ΕΕ, το μεγαλύτερο ποσοστό ατόμων με ανεκπλήρωτες ανάγκες για οδοντιατρική φροντίδα καταγράφηκε στην Ελλάδα (27,1%), στη Λετονία (16,5%) και στη Ρουμανία (16,2%). Τα χαμηλότερα ποσοστά παρατηρήθηκαν στη Μάλτα (0,4%), στη Γερμανία (0,9%) και στην Κροατία (1,1%).
Τα δεδομένα δείχνουν ότι το ποσοστό των ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας και ανέφεραν ανεκπλήρωτες ανάγκες για οδοντιατρική φροντίδα το 2024 ήταν σημαντικά υψηλότερο, στο 13,7%, σε σύγκριση με το 5,1% των ατόμων που δεν βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας. Ένα παρόμοιο μοτίβο παρατηρήθηκε σε όλες τις χώρες της ΕΕ.
Οι μεγαλύτερες διαφορές στην αναφορά ανεκπλήρωτων αναγκών για οδοντιατρική φροντίδα παρατηρήθηκαν στη Ρουμανία, όπου το 43,5% των ατόμων που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ανέφεραν τέτοιες ανάγκες σε σύγκριση με το 12,6% αυτών που δεν βρίσκονται σε κίνδυνο — μια διαφορά 30,9 ποσοστιαίων μονάδων. Στην Ελλάδα, το 52,8% των ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας ανέφεραν ανεκπλήρωτες ανάγκες, σε σύγκριση με το 22,7% αυτών που δεν βρίσκονται σε κίνδυνο, διαφορά 30,1 ποσοστιαίων μονάδων. Μεγάλες διαφορές παρατηρήθηκαν επίσης στη Λετονία (24,5 ποσοστιαίες μονάδες) και στην Πορτογαλία (20,5 ποσοστιαίες μονάδες).
Αντίθετα, η Γερμανία (1,3 μονάδες), η Μάλτα (1,5 μονάδες) και η Πολωνία (1,7 μονάδες) κατέγραψαν τις μικρότερες διαφορές μεταξύ των ποσοστών ανεκπλήρωτων αναγκών για οδοντιατρική φροντίδα μεταξύ ατόμων σε κίνδυνο φτώχειας και αυτών που δεν είναι.





