Πιο αναλυτικά, τα έσοδα από τη συγκεκριμένη φορολόγηση, τα οποία υπολογίζονται σε περίπου 450 εκατομμύρια ευρώ, θα κατευθύνονται απευθείας στο σύστημα υγείας της χώρας και όχι στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Θα χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση δράσεων πρόληψης, όπως προγράμματα προαγωγής της υγείας στους χώρους εργασίας και άλλες πρωτοβουλίες που απευθύνονται στο ευρύ κοινό.
Οι λεπτομέρειες του φόρου, συμπεριλαμβανομένου του ύψους του συντελεστή και του τρόπου εφαρμογής του, δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί και παραμένουν υπό διαμόρφωση. Η πρόταση προέκυψε έπειτα από αυξανόμενη πίεση τόσο από την κοινή γνώμη, όσο και από τα πολιτικά κόμματα για πιο αυστηρά μέτρα κατά της υπερβολικής κατανάλωσης ζάχαρης και των προβλημάτων υγείας που σχετίζονται με αυτήν.
Ο Ντάνιελ Γκούντερ, επικεφαλής του κρατιδίου Σλέσβιχ-Χόλσταϊν και εισηγητής της πρότασης, είχε δηλώσει στο Reuters ότι η υπερβολική κατανάλωση ζάχαρης βλάπτει την υγεία των πολιτών, επιβαρύνοντας παράλληλα την οικονομία και το σύστημα υγείας.
Παρότι αρχικά οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) του Γκούντερ είχαν απορρίψει την πρόταση, στη συνέχεια βουλευτές του κόμματος, καθώς και των Πρασίνων και των Σοσιαλδημοκρατών, εξέφρασαν τη στήριξή τους.
Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με δημοσκόπηση της Forsa που δημοσιεύθηκε το Φεβρουάριο, περίπου το 60% των Γερμανών πολιτών υποστηρίζει την επιβολή φόρου στα ζαχαρούχα αναψυκτικά.
Κλείνοντας, επισημαίνεται ότι σε διεθνές επίπεδο, περισσότερες από 100 χώρες έχουν ήδη υιοθετήσει αντίστοιχα μέτρα, μεταξύ των οποίων και περίπου οι μισές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως επισημαίνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Μελέτες από τη Βρετανία και το Μεξικό δείχνουν ότι τέτοιες πολιτικές μπορούν να μειώσουν την κατανάλωση ζάχαρης και να συμβάλουν στην πρόληψη ασθενειών όπως ο διαβήτης.






