• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
ΕΟΔΥ για λαγοκέφαλους: Οι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία
15:35 - 31 Ιουλ 2026

ΕΟΔΥ για λαγοκέφαλους: Οι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία

Το είδος ξεχωρίζει από τις ισχυρές, συγχωνευμένες οδοντικές πλάκες που λειτουργούν ως ιδιαίτερα κοφτερές σιαγόνες, την ασημόγκριζη ράχη με τις χαρακτηριστικές μαύρες κηλίδες και την έντονη ασημένια λωρίδα κατά μήκος των πλευρών του.

Ιστορικά, η πρώτη καταγραφή του λαγοκέφαλου στην Ελλάδα έγινε το 2005. Έκτοτε, η εξάπλωσή του προκαλεί σοβαρές επιπτώσεις στα θαλάσσια οικοσυστήματα, καθώς πρόκειται για ιδιαίτερα αδηφάγο θηρευτή που τρέφεται κυρίως με κεφαλόποδα, επηρεάζοντας σημαντικούς εμπορικούς πληθυσμούς, όπως τα καλαμάρια, οι σουπιές και τα χταπόδια. Παράλληλα, η παρουσία του έχει συνδεθεί τόσο με περιστατικά δηλητηρίασης μετά από κατανάλωση, όσο και με τραυματισμούς από δήγματα.

Σύμφωνα με το ενημερωτικό δελτίο του ΕΟΔΥ, στο οποίο παραθέτει στοιχεία ο Γεώργιος Δουγάς, κτηνίατρος PhD, μεταδιδακτορικός ερευνητής του ΕΚΠΑ και προϊστάμενος του Τμήματος Ζωοανθρωπονόσων του ΕΟΔΥ, η διεθνής βιβλιογραφία περιλαμβάνει συγκεντρωτική καταγραφή περιστατικών που σχετίζονται με εισβολικά ψάρια της οικογένειας των pufferfish στην Ανατολική Μεσόγειο κατά την περίοδο 2004-2023. Η συγκεκριμένη καταγραφή αναφέρει 28 περιστατικά επιθέσεων ή δηγμάτων σε ανθρώπους, καθώς και τουλάχιστον 170 περιστατικά δηλητηρίασης, εκ των οποίων τα 143 ήταν μη θανατηφόρα και τα 27 κατέληξαν σε θάνατο.

Οι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία

Όπως επισημαίνει ο ΕΟΔΥ, από πλευράς δημόσιας υγείας είναι απαραίτητο να διακρίνονται δύο διαφορετικοί κίνδυνοι που σχετίζονται με τον λαγοκέφαλο.

Ο πρώτος αφορά τη δηλητηρίαση από τετροδοτοξίνη, η οποία προκαλείται αποκλειστικά από την κατανάλωση του ψαριού και όχι από το δήγμα του.

Ο δεύτερος αφορά τους τραυματισμούς που προκαλούνται από το δάγκωμα του λαγοκέφαλου. Τα τραύματα αυτά θεωρούνται δυνητικά σοβαρά, καθώς μπορεί να προκαλέσουν εκτεταμένη μηχανική κάκωση, σημαντική αιμορραγία, απώλεια ιστών και επιμόλυνση από μικροοργανισμούς.

Πώς να αντιδράσουν οι πολίτες σε περίπτωση δαγκώματος

Σε περίπτωση δήγματος, συνιστάται άμεση τοπική αντισηψία, έλεγχος της αιμορραγίας και κάλυψη του τραύματος με αποστειρωμένο επίδεσμο. Παράλληλα, είναι αναγκαία η ταχεία αναζήτηση ιατρικής βοήθειας, ώστε να αξιολογηθεί η σοβαρότητα του τραυματισμού και να εξεταστεί η ανάγκη χορήγησης αντιτετανικής προφύλαξης.

Η εκτίμηση αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς τα δήγματα λαγοκέφαλου αντιμετωπίζονται πρακτικά ως ρυπαρά ή σοβαρά τραύματα, ιδιαίτερα όταν είναι βαθιά, διατιτραίνοντα ή συνοδεύονται από απώλεια ιστού.

Η χορήγηση αντιβιοτικής αγωγής αποφασίζεται από τον θεράποντα ιατρό, αφού συνεκτιμηθούν η μορφή και η έκταση του τραύματος, η ανατομική του θέση και οι παράγοντες κινδύνου του ασθενούς. Όταν απαιτείται εμπειρική θεραπεία, αυτή πρέπει να καλύπτει τόσο τους συνήθεις μικροοργανισμούς του δέρματος όσο και θαλάσσια Gram-αρνητικά βακτήρια, όπως τα Vibrio spp., Aeromonas spp., Shewanella algae, Photobacterium damselae και Pseudomonas spp.

Δηλητηρίαση από τετροδοτοξίνη

Η διάθεση στην αγορά αλιευμάτων που προέρχονται από δηλητηριώδη ψάρια της οικογένειας Tetraodontidae, στην οποία ανήκει και ο λαγοκέφαλος, απαγορεύεται.

Η τετροδοτοξίνη που περιέχει το ψάρι δεν αδρανοποιείται με το μαγείρεμα ή το ψήσιμο, ενώ μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο. Τα συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν πολύ γρήγορα, από λίγα λεπτά έως λίγες ώρες μετά την κατανάλωση.

Στα πρώτα σημεία δηλητηρίασης περιλαμβάνονται μούδιασμα ή αίσθημα μυρμηγκιάσματος γύρω από το στόμα, τα χείλη, τη γλώσσα και το πρόσωπο, καθώς και γαστρεντερικές διαταραχές όπως ναυτία, έμετος, κοιλιακός πόνος και διάρροια. Επιπλέον, ενδέχεται να παρουσιαστούν ζάλη, πονοκέφαλος, έντονη εφίδρωση, αδυναμία, κακουχία, παραισθησίες στα άκρα, διαταραχές ισορροπίας ή αταξία, δυσκολία στη βάδιση, δυσαρθρία και προβλήματα κατά την κατάποση.

Ο ΕΟΔΥ υπογραμμίζει ότι κάθε περιστατικό κατανάλωσης λαγοκέφαλου πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πιθανή σοβαρή δηλητηρίαση, ακόμη και αν δεν έχουν εμφανιστεί συμπτώματα. Για τον λόγο αυτό συνιστάται άμεση επικοινωνία με το Κέντρο Δηλητηριάσεων ή το ΕΚΑΒ και ταχεία διακομιδή του ατόμου σε νοσοκομείο για εκτίμηση και παρακολούθηση.

Όπως επισημαίνεται, οι ασθενείς που ξεπερνούν την οξεία φάση της δηλητηρίασης συνήθως αναρρώνουν με υποστηρικτική θεραπεία, καθώς η τετροδοτοξίνη αποβάλλεται σταδιακά από τον οργανισμό.

Τελευταία τροποποίηση στις 31/07/2026 - 15:27