Μετά την ένταξη των μεγάλων επιχειρήσεων, η ηλεκτρονική τιμολόγηση καλύπτει πλέον σχεδόν το σύνολο της αγοράς, ενισχύοντας τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της ΑΑΔΕ. Στόχος είναι ο περιορισμός της φοροδιαφυγής, η καταπολέμηση των εικονικών τιμολογίων και η μεγαλύτερη διαφάνεια στις συναλλαγές μέσω της άμεσης διαβίβασης των φορολογικών στοιχείων.
Αποκλειστικά ηλεκτρονική η έκδοση τιμολογίων
Από την ημερομηνία έναρξης της υποχρεωτικής εφαρμογής, όλα τα τιμολόγια θα εκδίδονται αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή. Οι επιχειρήσεις θα μπορούν να χρησιμοποιούν είτε πιστοποιημένο Πάροχο Υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Έκδοσης Στοιχείων είτε τις δωρεάν εφαρμογές της ΑΑΔΕ, «timologio» και «myDATAapp».
Για τη διευκόλυνση της προσαρμογής προβλέπεται μεταβατική περίοδος τριών μηνών, έως το τέλος Δεκεμβρίου 2026.
Ποιες συναλλαγές καλύπτει το νέο καθεστώς
Η υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση αφορά όλες τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται στην Ελλάδα, καθώς και τις πωλήσεις αγαθών και τις παροχές υπηρεσιών προς επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αντίθετα, στις συναλλαγές με επιχειρήσεις κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης η χρήση ηλεκτρονικού τιμολογίου παραμένει, προς το παρόν, προαιρετική. Στις περιπτώσεις όπου ο αλλοδαπός πελάτης δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να παραλάβει ηλεκτρονικό τιμολόγιο, προβλέπεται η διαβίβαση του παραστατικού με εναλλακτικό τρόπο, σύμφωνα με τις ισχύουσες διαδικασίες.
Τα τρία βήματα για τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις που θα ενταχθούν στο νέο καθεστώς θα πρέπει να ολοκληρώσουν τρεις βασικές ενέργειες:
-
Επιλογή τρόπου έκδοσης και διαβίβασης. Επιλέγουν είτε ένα σύγχρονο πρόγραμμα τιμολόγησης (ERP) σε συνεργασία με πιστοποιημένο Πάροχο είτε τις δωρεάν εφαρμογές «timologio» και «myDATAapp» της ΑΑΔΕ.
-
Δήλωση του καναλιού διαβίβασης. Δηλώνουν στην ΑΑΔΕ εάν θα χρησιμοποιούν πιστοποιημένο Πάροχο ή την εφαρμογή «timologio». Η επιλογή του «timologio» καλύπτει και τη χρήση της εφαρμογής «myDATAapp».
-
Ηλεκτρονική έκδοση και αυτόματη διαβίβαση. Τα παραστατικά εκδίδονται ψηφιακά και διαβιβάζονται αυτόματα στην πλατφόρμα myDATA, όπου λαμβάνουν τον υποχρεωτικό Μοναδικό Αριθμό Καταχώρησης (ΜΑΡΚ).
Τα φορολογικά κίνητρα για την έγκαιρη εφαρμογή
Οι επιχειρήσεις που θα επιλέξουν να εφαρμόσουν την ηλεκτρονική τιμολόγηση πριν αυτή καταστεί υποχρεωτική μπορούν να επωφεληθούν από σημαντικά φορολογικά κίνητρα.
Συγκεκριμένα:
-
Η δαπάνη για την αρχική προμήθεια του απαραίτητου τεχνικού εξοπλισμού και του λογισμικού αποσβένεται προσαυξημένη κατά 100%.
-
Η δαπάνη για την παραγωγή, διαβίβαση και ηλεκτρονική αρχειοθέτηση των ηλεκτρονικών τιμολογίων κατά τους πρώτους 12 μήνες εφαρμογής αναγνωρίζεται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα, επίσης προσαυξημένη κατά 100% κατά το έτος πραγματοποίησής της.
Οι προϋποθέσεις για την αξιοποίηση των κινήτρων
Για να λάβουν τα παραπάνω φορολογικά οφέλη, οι επιχειρήσεις θα πρέπει:
-
να έχουν υποβάλει δήλωση χρήσης της ηλεκτρονικής τιμολόγησης μέσω πιστοποιημένου Παρόχου ή των εφαρμογών της ΑΑΔΕ το αργότερο δύο μήνες πριν από την έναρξη της υποχρεωτικής εφαρμογής, δηλαδή έως τις 3 Αυγούστου 2026, και
-
να έχουν ξεκινήσει τη χρήση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Αυστηρά πρόστιμα για τις παραβάσεις
Η μη έκδοση ηλεκτρονικού τιμολογίου θεωρείται ισοδύναμη με μη έκδοση φορολογικού στοιχείου και επισύρει σημαντικές κυρώσεις. Τα πρόστιμα μπορούν να φθάσουν έως και τα 2.500 ευρώ ανά παράβαση ή φορολογικό έλεγχο, ανάλογα με το λογιστικό σύστημα της επιχείρησης και τη φύση της συναλλαγής.
Ειδικότερα:
-
Συναλλαγές με ΦΠΑ: Επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 50% του φόρου που αντιστοιχεί στο μη εκδοθέν στοιχείο ή στη σχετική διαφορά. Το ελάχιστο αθροιστικό πρόστιμο ανά φορολογικό έλεγχο ανέρχεται σε 250 ευρώ για επιχειρήσεις με απλογραφικά βιβλία και σε 500 ευρώ για επιχειρήσεις με διπλογραφικά βιβλία.
-
Συναλλαγές χωρίς ΦΠΑ: Το πρόστιμο ανέρχεται σε 500 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο για επιχειρήσεις με απλογραφικά βιβλία και σε 1.000 ευρώ για επιχειρήσεις με διπλογραφικά βιβλία.
-
Παράλειψη ή ανακριβής υποβολή στοιχείων: Επιβάλλεται αυτοτελές πρόστιμο 2.500 ευρώ στις περιπτώσεις μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής των απαιτούμενων στοιχείων που σχετίζονται με τις ειδικές υποχρεώσεις του συστήματος ηλεκτρονικής τιμολόγησης.
"Το κόστος αυτό δεν είναι εφάπαξ. Είναι ετήσιο και επαναλαμβανόμενο" αναφέρει ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιά που σημειώνει:
"Η εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης δημιούργησε ένα νέο διαρκές λειτουργικό κόστος.
Ενδεικτικά περιλαμβάνει:
- ︎Ετήσια συνδρομή παρόχου.
- Χρεώσεις ανά παραστατικό.
- ︎Διασύνδεση με ERP.
- ︎Αναβαθμίσεις λογισμικού.
- ︎Τεχνική υποστήριξη.
Από πραγματικούς τιμοκαταλόγους παρόχων προκύπτει ότι υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ λιανικής και χονδρικής.
Για παράδειγμα:
Απόδειξη λιανικής: περίπου 0,004 € ανά παραστατικό.
Τιμολόγιο χονδρικής: περίπου 0,20 € ανά παραστατικό.
Δηλαδή, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις της αγοράς, η διαβίβαση ενός τιμολογίου χονδρικής κοστολογείται έως και 50 φορές ακριβότερα από μια απόδειξη λιανικής, γεγονός που δημιουργεί δυσανάλογη επιβάρυνση στις επιχειρήσεις χονδρικού εμπορίου."
Διαφάνεια στις χρεώσεις
Ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς θεωρεί ότι απαιτείται μεγαλύτερη διαφάνεια στις χρεώσεις των παρόχων ηλεκτρονικής τιμολόγησης.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
Ενδεικτικές επιμέρους επιβαρύνσεις συμμόρφωσης
Ενδεικτικό κόστος
Ετήσια συνδρομή παρόχου ηλεκτρονικής τιμολόγησης
100–400 € / έτος
Χρεώσεις διαβίβασης παραστατικών
Ανάλογα με τον όγκο και τον τύπο των παραστατικών
ERP (αρχική εγκατάσταση ή μεγάλη αναβάθμιση)
1.500–10.000 €
Αναβαθμίσεις ERP / λογισμικού
Σύμφωνα με τον τιμοκατάλογο του προμηθευτή
POS (αγορά)
90–350 €
POS (μίσθωση)
7–15 € / μήνα
Διασύνδεση POS με ERP / ΦΗΜ
100–200 €
Τέλος τεχνικής υποστήριξης POS
4–5 € / μήνα (όπου εφαρμόζεται)
Προμήθειες συναλλαγών POS
0,8%–3,0%
Προμήθεια IRIS
έως 0,50%
GDPR (βασική συμμόρφωση)
400–1.500 €
Κυβερνοασφάλεια / Backup / Antivirus
Ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης
Barcode scanners / φορητές συσκευές
Ανάλογα με τον εξοπλισμό
Χαρακτηριστικό παράδειγμα από την αγορά
ενώ ενός τιμολογίου χονδρικής περίπου 0,20 € ανά παραστατικό.
ΤΙ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΠΡΙΝ ΤΟ 2020
"Το κόστος συμμόρφωσης δεν προκύπτει από μία μεμονωμένη δαπάνη. Προκύπτει από τη συσσώρευση δεκάδων επιμέρους, επαναλαμβανόμενων επιβαρύνσεων, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν μετατραπεί σε έναν νέο, μόνιμο πυλώνα λειτουργικού κόστους για τις μικρομεσαίες εμπορικές επιχειρήσεις" αναφέρει ο ΕΣΠ και προσθέτει
Νέο λειτουργικό κόστος
"Από την ανάλυση προκύπτουν πέντε βασικά συμπεράσματα:
1. Το κόστος συμμόρφωσης αποτελεί πλέον έναν νέο, μόνιμο πυλώνα λειτουργικού κόστους των εμπορικών επιχειρήσεων.
2. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις επιβαρύνονται δυσανάλογα σε σχέση με τις μεγαλύτερες, επειδή δεν διαθέτουν εξειδικευμένα τμήματα πληροφορικής, λογιστηρίου ή κανονιστικής συμμόρφωσης.
3. Το μεγαλύτερο μέρος των επιβαρύνσεων είναι επαναλαμβανόμενο και όχι εφάπαξ. Πρόκειται για πάγια λειτουργικά έξοδα που αυξάνονται κάθε χρόνο.
4. Εκτός από το άμεσο οικονομικό κόστος, υπάρχει σημαντικό διοικητικό κόστος, καθώς ο επιχειρηματίας αφιερώνει ολοένα και περισσότερο χρόνο στη συμμόρφωση αντί στην ανάπτυξη της επιχείρησής του.
5. Οι νέες ευρωπαϊκές και εθνικές υποχρεώσεις, όσο αναγκαίες κι αν είναι, πρέπει να συνοδεύονται από μέτρα που διασφαλίζουν ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις μπορούν να ανταποκριθούν χωρίς να θίγεται η βιωσιμότητα και η ανταγωνιστικότητά τους.
Ουσιαστικά, μεταβιβάζονται στις επιχειρήσεις εργασίες που θα έπρεπε να βαρύνουν τους ελεγκτικούς μηχανισμούς των μελών κρατών και της Κεντρικής Ευρωπαϊκής Διοίκησης και οι επιχειρήσεις μεταφέρουν πόρους από την κύρια επαγγελματική τους δραστηριότητα (κατασκευαστική, μεταποιητική, εμπορική) σε διοικητικά, μη παραγωγικά κόστη αντί για έρευνα, καινοτομία, marketing και πωλήσεις με αποτέλεσμα να υπολείπονται περαιτέρω από τους εκτός Ευρώπης ανταγωνιστές τους.
Οι 7 προτάσεις
Στο φόντο αυτό ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιώς προτείνει:
1.Θεσμοθέτηση υποχρεωτικής Εκτίμησης Κόστους Συμμόρφωσης (Compliance Cost Assessment) πριν από κάθε νέα φορολογική, ψηφιακή ή κανονιστική υποχρέωση που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις. Καθιέρωση "SME Test" σε κάθε νομοσχέδιο που επηρεάζει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ώστε να αξιολογείται ο αντίκτυπός του στη λειτουργία και τη βιωσιμότητά τους.
2.Φορολογική έκπτωση ή υπερέκπτωση για τις δαπάνες ψηφιακής συμμόρφωσης (ERP, πάροχοι, κυβερνοασφάλεια, αναβαθμίσεις λογισμικού, Ψηφιακό Δελτίο Αποστολής).
3.Ανώτατα όρια και διαφάνεια στις τραπεζικές χρεώσεις, με στόχο τη μείωση του κόστους ηλεκτρονικών συναλλαγών.
4.Επιδοτούμενα αλλά στοχευμένα και ουσιαστικά προγράμματα ψηφιακής προσαρμογής μέσω ΕΣΠΑ και Ταμείου Ανάκαμψης, ειδικά για πολύ μικρές και μικρές εμπορικές επιχειρήσεις.
5.Επαρκείς μεταβατικές περίοδοι για κάθε νέα υποχρέωση, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να προσαρμόζονται χωρίς αιφνιδιασμό.
6.Δημιουργία Εθνικού Παρατηρητηρίου Κόστους Συμμόρφωσης των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, υπό τον συντονισμό της Πολιτείας και με τη συμμετοχή των θεσμοθετημένων εκπροσώπων της αγοράς.
7. Θέσπιση κανόνων διαφάνειας στις χρεώσεις των παρόχων ηλεκτρονικής τιμολόγησης, με υποχρέωση σαφούς δημοσιοποίησης της μεθοδολογίας τιμολόγησης και αξιολόγηση της αναλογικότητας των χρεώσεων μεταξύ λιανικής και χονδρικής



