Τασουλα Καραϊσκακη
«Σε μια χώρα με τόσο έντονη την επίγνωση της ύπαρξης της προστατευτικής «ομπρέλας» του Δημοσίου, ουδείς θέλει με πρώτο και καλύτερο το κράτος να προστατεύσει τη δημόσια περιουσία. Είναι Δημόσιο, ας το βρωμίσουμε, ας το σπάσουμε, ας το πετάξουμε, λέμε εμείς οι πολίτες, αλλά το ίδιο λέει και το κράτος, που ξοδεύει για να φτιάξει και ποτέ δεν συντηρεί η συντήρηση δεν αποτελεί προτεραιότητα (αν και αυτονόητη λειτουργία μιας υγιούς διοίκησης).
Χωρίς την παραμικρή συνείδηση ότι το κρατικό ταμείο είναι ένα κοινό ταμείο, αντιλαμβανόμαστε το κράτος σαν έναν γεροξεκούτη θείο που θέλουμε και να μας αποκαταστήσει εφ όρου ζωής (σε μια καλή θεσούλα, με μια καλή συνταξούλα) και να τον εξαπατήσουμε. Να υπεξαιρέσουμε ό,τι μπορούμε δεν κλέβουμε από την τσέπη των πολιτών, από την τσέπη όσων «τρώνε με δέκα μασέλες» παίρνουμε και νιώθουμε και ήσυχοι με τη συνείδησή μας. Σαν να έχουμε αποκαταστήσει σε ό,τι προσωπικά μας αφορά για λίγο την κοινωνική δικαιοσύνη.
Και όχι μόνο κλέβουμε φόρους, στήνουμε κομπίνες για να αρπάξουμε από τον κρατικό κορβανά, «εξυπηρετούμε» με το αζημίωτο, κλέβουμε και γη. Ενα εντυπωσιακό ποσοστό της «ιδιωτικής» περιουσίας (στην Αττική, το 60% των δασικών εκτάσεων) αποκτήθηκε με αυτόν τρόπο. Από γενιά σε γενιά, τα στρέμματα αβγάτιζαν. Σε βάρος του Δημοσίου, που σήμερα έχει απολέσει πάνω από 3,5 εκατ. στρέμματα, αξίας άνω των 10 δισ. ευρώ.
Είναι σαν η ελληνική πολιτεία να μη θέλει να διεκδικήσει αυτό που της ανήκει. Τόσο, που φτάνει κανείς να σκεφτεί ότι η δημόσια γη μπορεί να αποτελεί το αντάλλαγμα για τη διατήρηση ορισμένων από τους ιθύνοντες (όλων των κυβερνήσεων) στην εξουσία. Φαίνεται ότι για το ξεχαρβαλωμένο, σχεδόν ανύπαρκτο ελληνικό κράτος, η διεκδίκηση δημόσιων εκτάσεων έχει μεγάλο πολιτικό κόστος. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι, μολονότι γνωρίζει ότι κατέχει περί τα 20 εκατ. στρέμμ. γης (πλην της αναλόγου μεγέθους 21.635.096 στρέμμ. καταγεγραμμένης περιουσίας του) δεν κάνει καμία προσπάθεια να την προστατεύσει αλλά την εγκαταλείπει βορά στα νύχια καταπατητών;»
Καθημερινή
Γιάννης Παντελάκης
«Η ανυποχώρητη στάση της κυβέρνησης απέναντι στους απεργούς δασκάλους και καθηγητές δεν οφείλεται φυσικά στην αδυναμία της να ικανοποιήσει έστω τα ελάχιστα από τα οικονομικά αιτήματά τους. Αλλωστε, την ίδια στιγμή που αρνείται να δώσει κάποια ψίχουλα στους ανθρώπους αυτούς, σπεύδει να ικανοποιήσει τις οικονομικές ορέξεις των ιεραρχών ή άλλων ισχυρών λόμπι, με τα οποία η κυβέρνηση δεν τολμά να τα βάλει επειδή φοβάται το πολιτικό κόστος από ενδεχόμενη άρνηση ικανοποίησης των αιτημάτων τους. Η κυβερνητική αδιαλλαξία συνδέεται απόλυτα μ' ένα μήνυμα που θέλει να στείλει στην κοινωνία γενικότερα, και κυρίως στα κομμάτια της εκείνα τα οποία θα επιχειρήσουν να διεκδικήσουν στοιχειώδη βελτίωση του επιπέδου ζωής τους. Αν η κυβέρνηση καταφέρει να κερδίσει τη μάχη με τους εκπαιδευτικούς, ποια άλλη επαγγελματική ομάδα θα τολμήσει να διεκδικήσει;
Είναι χαρακτηριστικές το τελευταίο διάστημα οι φωνές συμπαράστασης που εξέφραζαν διάφοροι πολίτες προς τους δασκάλους, και με τις οποίες τους καλούσαν ν' αντέξουν στις κινητοποιήσεις τους, γιατί από την εκβασή τους δεν εξαρτάται μόνο ο αγώνας ενός κλάδου αλλά της κοινωνίας ολόκληρης. Και έχουν δίκιο.
Και το κυβερνητικό μήνυμα δεν απευθύνεται μόνο σε όσους απασχολούνται στο Δημόσιο, οι οποίοι άλλωστε καλύπτονται στοιχειωδώς σε ό,τι αφορά την εργασιακή ασφάλεια. Αλλά και στον ιδιωτικό τομέα, εκεί όπου όχι απλώς οι αμοιβές είναι ιδιαίτερα χαμηλές αλλά και όπου το καθεστώς απασχόλησης εντελώς επισφαλές. Ουσιαστικά, με τη στάση της η κυβέρνηση προειδοποιεί ολόκληρη την κοινωνία και η προειδοποίηση αυτή συνοψίζεται με τρεις λέξεις: τα κεφάλια μέσα
»
Ελευθεροτυπία
Από το κύριο άρθρο
«Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τι ακριβώς ανέμενε ο πρωθυπουργός από την παρέμβασή του στην υπόθεση των απεργιακών κινητοποιήσεων καθηγητών και δασκάλων, αλλά το βέβαιο είναι ένα: ο σκόπελος δεν ξεπ