Το όραμα του Μπαγκλαντεσιανού οικονομολόγου γεννήθηκε το 1970 όταν βοήθησε μια φτωχή μητέρα να γλιτώσει από τους τοκογλύφους με μόλις 27 δολάρια. Έτσι, προέκυψε μία ιδέα που τότε φαινόταν ουτοπική: η παροχή μικροδανείων χωρίς εγγυήσεις σε πολίτες αποκλεισμένους από το παραδοσιακό τραπεζικό σύστημα.
Το 1983 ο ίδιος ίδρυσε την Grameen Bank και το κίνημα των μικροχρηματοδοτήσεων γιγαντώθηκε γρήγορα, κερδίζοντας την υποστήριξη διεθνών προσωπικοτήτων και φιλανθρώπων, όπως η πρώην ΥΠΕΞ των ΗΠΑ Χίλαρι Κλίντον και η ηθοποιός Νάταλι Πόρτμαν Στόχος δεν ήταν μόνο η οικονομική ανακούφιση αλλά και η καταπολέμηση της ανισότητας των φύλων και η ενίσχυση της εκπαίδευσης μέσω της γυναικείας επιχειρηματικότητας.
Ωστόσο, η σύγχρονη πραγματικότητα απέχει από το όραμα του Γιουνούς κι αποδεικνύει πως η υπόσχεσή του για έναν κόσμο χωρίς φτώχεια ήταν, πράγματι, ουτοπικό να πάρει σάρκα και οστά.
Εκατομμύρια «παγιδευμένοι» δανειολήπτες
Οικονομολόγοι διαπίστωσαν ότι η υπερβολική χορήγηση μικροχρηματοδοτήσεων έχει προκαλέσει κρίσεις αποπληρωμής για δανειολήπτες σε έξι χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, της Ινδίας και της Καμπότζης.
Πιο αναλυτικά, σήμερα, οι μικροχρηματοδοτικοί οργανισμοί διαχειρίζονται ανεξόφλητα δάνεια ύψους 219,7 δισ. δολαρίων, τα οποία επιβαρύνουν περισσότερους από 140 εκατ. δανειολήπτες παγκοσμίως.
Το μέσο χρέος ανά δανειολήπτη μάλιστα ανήλθε στα 1.381 δολάρια, έχοντας σχεδόν διπλασιαστεί σε σύγκριση με το 2009, με πολλά μεμονωμένα συμβόλαια να αγγίζουν πλέον δεκάδες χιλιάδες δολάρια.
Οι περισσότεροι μικροδανειστές έχουν ελάχιστη ομοιότητα με το όραμα του Γιουνούς, καθώς με δέλεαρ τα υψηλά επιτόκια και τα χαμηλά ποσοστά αθέτησης πληρωμών, μεγάλες επενδυτικές τράπεζες και διεθνείς αναπτυξιακοί οργανισμοί εισχώρησαν επιθετικά στην αγορά.
Ένα χρόνο μετά το Νόμπελ Ειρήνης που κέρδισε ο «οικονομολόγος των φτωχών», η Compartamos Banco στο Μεξικό έκανε την αρχή, όταν το 2007 προέβη σε μία άκρως κερδοφόρα αρχική δημόσια προσφορά, αλλάζοντας τον χαρακτήρα των οργανισμών από ανθρωπιστικά εγχειρήματα σε μηχανές κερδοσκοπίας.
Σε χώρες της Λατινικής Αμερικής τα πραγματικά επιτόκια ξεπέρασαν ακόμη και το 100%, ενώ στο Μεξικό καταγράφηκαν περιπτώσεις που άγγιξαν το 400%.
Οι υπάλληλοι των δανειστών, υπό την πίεση της επίτευξης στόχων και της ικανοποίησης των ξένων μετόχων, άρχισαν να εγκρίνουν δάνεια χωρίς να εξετάζουν την ικανότητα αποπληρωμής των φτωχών οικογενειών, θυμίζοντας τελικά τους ίδιους τους τοκογλύφους που το σύστημα υποσχέθηκε να αντικαταστήσει.
Παράλληλα, τα κεφάλαια αντί να επενδύονται σε παραγωγικές μικρές επιχειρήσεις, καταναλώνονται σε ιατρικά έξοδα, τρόφιμα και βασικές ανάγκες διαβίωσης.
Στην Ινδία, το ποσοστό των δανείων με καθυστέρηση άνω των 30 ημερών τριπλασιάστηκε στο 6,2%, ενώ ήδη από το 2010 τοπικοί πολιτικοί συνέδεαν την πίεση των εισπρακτικών τακτικών με ένα τραγικό κύμα αυτοκτονιών.
Στην Καμπότζη, όπου το μέσο χρέος ξεπερνάει τα 3.900 δολάρια –σχεδόν τρεις φορές το μέσο ετήσιο κατά κεφαλήν εισόδημα–, τα δάνεια δεν εκδίδονται πλέον βάσει της αλληλεγγύης, αλλά εξασφαλίζονται με τους τίτλους ιδιοκτησίας αγροτικής γης. Όταν οι καλλιέργειες αποτυγχάνουν ή χάνονται θέσεις εργασίας, οι δανειολήπτες παγιδεύονται στον δανεισμό από ανεπίσημους τοκογλύφους και γείτονες απλώς και μόνο για να πληρωθούν οι τόκοι του μικροδανείου.
Αυτή η ασφυκτική πίεση έχει συνδεθεί άμεσα με την αύξηση της παιδικής εργασίας, όπως επίσης με την αναγκαστική μετανάστευση, την αστεγία λόγω κατάσχεσης γης και, στη χειρότερη περίπτωση, με την αυτοκτονία.
Αποκαλυπτική – και ενδεικτική της κατάστασης – η ιστορία της 47χρονης Σαμρίθ Σαράβ από το στο Μπαταμπάνγκ της Καμπότζης, η οποία το 2015 πήρε το πρώτο της μικροδάνειο ύψους 3.000 δολαρίων για να ανακαινίσει το πατρικό της σπίτι και να αγοράσει λιπάσματα. Ωστόσο, έναν χρόνο αργότερα, έχοντας πια φτάσει να καθυστερεί την καταβολή των δόσεων, ζήτησε από τη μητέρα της να πάρει άλλο ένα δάνειο 3.000 δολαρίων από διαφορετικό δανειστή, επιδιώκοντας να αποπληρώσει το υπόλοιπο και να αγοράσει περισσότερα γεωργικά εφόδια.
Τελικά, κατέληξε να δανείζεται από γείτονες και τοκογλύφους για να καταφέρει να αποπληρώσει και το δεύτερο δάνειο, ενώ ο γιος της αναγκάστηκε να παρατήσει το σχολείο στα 13 του για να εργαστεί, προκειμένου να τη βοηθήσει. Όπως λέει η ίδια, το μόνο που την εμποδίζει να βάλει τέλος στη ζωή της, όπως λέει, είναι η σκέψη να φορτώσει τα χρέη της στους γιους της.



