Γρηγόρης Νικολόπουλος
«Η οικονομία εφέτος θα λειτουργεί στον αυτόματο. Θα μου πείτε, και τις προηγούμενες χρονιές το ίδιο γινόταν. Αλήθεια είναι αυτό, αλλά δυστυχώς εφέτος τα πράγματα θα είναι χειρότερα. Και θα είναι χειρότερα διότι το 2007 θα είναι μια προεκλογική χρονιά. Ενδεχομένως βέβαια οι εκλογές να γίνουν κατά τη διάρκεια του έτους και αν αυτό συμβεί την άνοιξη, υπάρχει ελπίδα στο δεύτερο εξάμηνο της χρονιάς να υπάρξει κάποια πρόοδος. Ωστόσο αν οι εκλογές γίνουν το φθινόπωρο του 2007 ή μέσα στο 2008, τότε με βεβαιότητα μπορούμε να προβλέψουμε ότι το 2007 δεν θα γίνει τίποτε αξιόλογο. Ως σήμερα η οικονομική πολιτική εξαντλείται στην απογραφή που κόστισε στην οικονομία αλλά και στο κύρος της χώρας, στην αύξηση του ΑΕΠ που ανέτρεψε λογιστικά την απογραφή και στη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων και λιγότερο των εργαζομένων. Κατά τα άλλα η οικονομική πολιτική δεν κατάφερε να δημιουργήσει προϋποθέσεις για ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη ούτε να επιλύσει τα μεγάλα και χρόνια προβλήματα της οικονομίας τα οποία σχετίζονται με το Δημόσιο. Και από αυτά τα προβλήματα, τα μεγαλύτερα και πλέον επιζήμια για την οικονομική ανάπτυξη είναι η διαφθορά του Δημοσίου και η γραφειοκρατία που δυσχεραίνει την επιχειρηματική δραστηριότητα.
Η κυβέρνηση είχε προεκλογικά υποσχεθεί μείωση της σπατάλης στο Δημόσιο κατά 10 δισ. ευρώ. Ολοι οι προϋπολογισμοί που συνέταξε έχουν μεγαλύτερες δαπάνες και περισσότερη σπατάλη από αυτήν που παρέλαβε. Υποσχέθηκε επίσης πάταξη της διαφθοράς. Το μπαξίσι και η μίζα συνεχίζουν να καθορίζουν όλες τις σχέσεις πολιτών και κράτους. Πρέσβευε τη μείωση του κράτους. Και εδώ είναι η μεγάλη απάτη. Θεωρεί μείωση του κράτους την πώληση των μετοχών που κατέχει σε ΟΤΕ και άλλες ΔΕΚΟ. Μα δεν είναι αυτό το πρόβλημά μας, αντίθετα, οι μετοχές αυτές και αυξανόμενη αξία έχουν και έσοδα φέρνουν στο Δημόσιο από τα κέρδη των επιχειρήσεων. Οταν λέμε και ζητάμε λιγότερο κράτος εννοούμε λιγότερους δημοσίους υπαλλήλους, που σημαίνει λιγότερη γραφειοκρατία, λιγότερη διαφθορά και διευκόλυνση των σχέσεων πολίτη και κράτους. Αλλά η κυβέρνηση κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Ενώ πουλάει πολύτιμους πόρους, από την άλλη μεριά αυξάνει τις αντιπαραγωγικές δαπάνες, δίνει επιδόματα και αδικαιολόγητες αυξήσεις σε μεγάλες ειδικές ομάδες δημοσίων υπαλλήλων όπως φέρ' ειπείν στα Σώματα Ασφαλείας, εγκρίνει κονδύλια τα οποία ουδείς γνωρίζει πού και γιατί ξοδεύονται. Και δεν φτάνει αυτό. Προκειμένου να έχει χρήματα για αυτές τις δαπάνες η κυβέρνηση μειώνει το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων το οποίο είναι ο βασικός μοχλός οικονομικής ανάπτυξης που διαθέτει το Δημόσιο.
Σε μια προεκλογική χρονιά, όπως το 2007, μπορεί κανείς να περιμένει ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί. Οχι μόνο περικοπές της σπατάλης δεν θα γίνουν αλλά και όλα τα έσοδα που μπορεί να αντληθούν εκτάκτως, όπως π.χ. από την πώληση μετοχών του ΟΤΕ, θα κατασπαταληθούν στον βωμό της αλίευσης ψήφων. Και η κατασπατάληση αυτή του δημοσίου χρήματος, το οποίο θα διαχυθεί στην αγορά, θα δημιουργήσει εφέτος μια ψευδαίσθηση ευημερίας. Αυτός είναι ο μοναδικός οικονομικός στόχος της κυβέρνησης για το 2007, δηλαδή η εξαγορά ψήφων εν όψει των εκλογών. Οι «μεταρρυθμίσεις»... μετά τις εκλογές.»
Το Βήμα
Γεωργιος Κουμαντος
Τώρα, με εξαίρεση την Κίνα (κατά ένα μέρος) και την Κούβα (προσωρινά;), φαίνεται οικουμενική η αποδοχή των κανόνων της λεγόμενης «οικονομίας της αγοράς» άλλοτε ο λόγος ήταν για καπιταλιστική ή φιλελεύθερη οικονομία. Αυτό θα πει ότι κατ αρχήν η ζήτηση και η σχέση της προς την προσφορά καθορίζουν τις τιμές των προϊόντων (και των υπηρεσιών και των ακινήτων) και την παραγωγή τους. Μακριά, λοιπόν, από την κρατική ιδιοκτησία, από τον κρατικό προγραμματισμό της παραγωγής και από τον κρατικό καθορισμό των τιμών. Αλλωστε, μετά την κατάρρευση, κυρίως από οικονομικά αίτια, του λεγόμενου πραγματικού σοσιαλισμού αυτά όλα έχουν ανεπανόρθωτα δυσφημισθεί. Στις μέρες μας, μάλιστα, η αγορά έχει σπάσει τα εθνικά και τα περιφερειακά σύνορά της, παίρνοντας τις διαστάσεις που της δίνει η παγκοσμιοποίηση.
Ε