Κατ' αποτέλεσμα, το κράτος λέει τώρα στους τραπεζίτες δανειστές του (που είχαν αγοράσει ομόλογα σε εποχή που θεωρούνταν συντηρητική και ασφαλής τοποθέτηση) ότι πρέπει να περικόψουν τις απαιτήσεις τους στο μισό κινδυνεύοντας να χάσουν τον έλεγχο των τραπεζών τους- ενώ ζητεί από τους κοινοτικούς εταίρους του μεγαλύτερη προθεσμία πώλησης κρατικών στοιχείων προς μείωση του χρέους, μήπως «πιάσουν» τιμές εγγύτερες προς την «αληθινή» (εννοώντας την προ τριετίας) αξία τους.
Ωστόσο, ακριβώς το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζουν οι οφειλέτες του Δημοσίου. Ούτε αυτοί έχουν τρέχον εισόδημα αρκετό να πληρώνουν τις οφειλές τους για τακτικούς και έκτακτους φόρους, ούτε αυτοί μπορούν να εκποιήσουν οικόπεδα ή αυτοκίνητα για να έχουν ένα έκτακτο έσοδο με το οποίο θα μειώσουν το χρέος τους. Όσο για τον ΦΠΑ, που είναι θεωρητικώς βαρύτερη οφειλή αφού έχει εισπραχθεί, ακόμη κι εκεί τα πράγματα δεν είναι τόσο καθαρά. Από τη μία πλευρά πολλοί επιχειρηματίες πληρώνονται με πολύμηνη πίστωση, ώστε δεν έχουν εισπράξει τον ΦΠΑ για να τον αποδώσουν. Από την άλλη, και απ' όσους τον εισπράττουν (όπως οι λιανοπωλητές) πολλοί, λόγω της ανόδου του φορολογικού συντελεστή και της μείωσης του τζίρου τους, δεν έχουν τα διαθέσιμα να πληρώνουν τρέχουσες υποχρεώσεις (για μισθούς, νοίκια και ρεύμα) και αναγκάζονται να διαθέτουν μέρος των εσόδων τους από τον ΦΠΑ για να αποφύγουν το άμεσο κλείσιμο των επιχειρήσεών τους.
Το κράτος - και η διεθνής κρίση- έχουν μεταφέρει, με άλλα λόγια, το πρόβλημα της υπερχρέωσης σε όλο τον ιδιωτικό τομέα, που δεν μπορεί ούτε «κούρεμα» να επιβάλει, ούτε έκτακτο δανεισμό να εξεύρει -ακόμη και αν αποδέχεται σκληρό «μνημόνιο».. Και φυσικά δεν μπορεί να σύρει στο Αυτόφωρο την κρατική ηγεσία για τις βαρύτατες ευθύνες της...