Η Μέρκελ υποστηρίζει πως όταν ρώτησε τον Παπανδρέου τι θέλει από τη Γερμανία, της απάντησε “τίποτα”, ενώ η ίδια έβλεπε την κατάσταση ως απελπιστική και φοβερά επείγουσα. Δηλώνει μάλιστα πως δεν είχε δυνατότητα να δώσει χρήματα στην Ελλάδα διότι υπήρχε η ρήτρα της “μη διάσωσης”. Ήταν δηλαδή σε αδιέξοδο.
Ο Παπανδρέου την επιβεβαιώνει απαντώντας ότι η Μέρκελ δεν είχε καταλάβει πως με την απάντηση του, “δεν θέλω τίποτα”, εννοούσε πως ζήταγε τα πάντα. “Η κυρία Μέρκελ δυστυχώς δεν αντιλήφθηκε εκείνες τις κρίσιμες στιγμές, ότι μία τέτοια απαίτησή μας δεν ήταν, όπως είπε το "τίποτα", που ζητούσαμε, αλλά τα "πάντα" για την Ελλάδα, την μοίρα της Ε.Ε. και του ευρώ” δήλωσε ο Παπανδρέου.
Όπως εξηγεί, θεωρούσε ότι δεν χρειαζόταν χρήματα και δημοσιονομική εξυγίανση, χρειαζόταν χρόνο για να κάνει μεταρρυθμίσεις και ήλπιζε σε στήριξη της αξιοπιστίας της Ελλάδος στις αγορές με την υποστήριξη της Ευρώπης.
Για τη συμμετοχή του ΔΝΤ, η Μέρκελ είπε: “Ήξερα ότι το ΔΝΤ είναι σκληρό και ανεξάρτητο. Η Ελλάδα είχε ήδη ζητήσει τη βοήθεια από το ΔΝΤ, πρόταση που είχε απορριφθεί». Ο Παπανδρέου επιβεβαιώνει απαντώντας : “Αυτό που μας λέει σήμερα (η Μέρκελ) είναι ότι η συμμετοχή του ΔΝΤ ήταν δική της επιλογή, ως «σκληρού» και «ανεξάρτητου» εξωτερικού παρατηρητή, επειδή ακριβώς η ίδια Ευρώπη δεν είχε τη τεχνογνωσία αντιμετώπισης αυτής της πρωτοφανούς, συστημικής κρίσης.”
Τελικά λοιπόν το συμπέρασμα αυτού του ετεροχρονισμένου διαλόγου, είναι ότι ο Παπανδρέου δεν ζητούσε χρήματα, παρόλο που οι αγορές είχαν κλείσει και δεν μπορούσαμε να δανειστούμε. Λέει ότι δεν ήθελε νέα δάνεια, αλλά ζητούσε “στήριξη της αξιοπιστίας μας”, χωρίς όμως να εξηγεί πως θα γινόταν αυτή η στήριξη. Ίσως περίμενε ότι η ΕΕ θα έλεγε στις αγορές ότι εγγυάται τα δάνεια μας. Πράγμα που η ΕΕ δεν έκανε.
Όσον αφορά στο είδος της κρίσης, ο Παπανδρέου έχει δίκιο όταν λέει ότι η κρίση δεν ήταν απλώς δημοσιονομική αλλά πολύ βαθύτερη και ότι δεν έφτανε η δημοσιονομική προσαρμογή για να αντιμετωπιστεί. Δεν έχει δίκιο όμως όταν θεωρεί ότι αυτό ενδιαφέρει τις αγορές ή οποιονδήποτε άλλον ξένο. Οι αγορές ήθελαν τα λεφτά τους, η χώρα δεν είχε να τους τα πληρώσει, είχαμε ήδη πτωχεύσει χωρίς να το ανακοινώσουμε, αλλά οι αγορές δεν μας δάνειζαν πια και η χώρα είχε ξεμείνει από χρήμα και μας έφερναν εικοσάευρα με αεροπλάνα τη νύχτα για να τη βγάλουμε.
Ο Παπανδρέου φαίνεται πως δεν είχε αντιληφθεί ότι οι μεταρρυθμίσεις και η εύρυθμη λειτουργία της χώρας, δεν ήταν δουλειά της Ευρώπης, ούτε των διεθνών τραπεζών, ούτε των αγορών. Ήταν δουλειά των ελληνικών κυβερνήσεων και συγκεκριμένα της δικής του που ήταν τότε στα πράγματα.
Όλοι ξέρουμε ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι δύσκολη υπόθεση, ο Παπανδρέου δηλώνει πως “ υπήρξε έντονη αντίσταση σε μεταρρυθμίσεις από το εγχώριο κατεστημένο”. Και είναι αλήθεια αυτό. Πάντα υπάρχει αντίσταση από το κατεστημένο στις μεταρρυθμίσεις, αλλά είναι δουλειά της κυβέρνησης να επιβάλει τις μεταρρυθμίσεις στο κατεστημένο.
Τελικά λοιπόν, ένα συμπέρασμα ή μάλλον μια εικασία στην οποία μπορούμε να οδηγηθούμε από αυτή την ανταλλαγή απόψεων, δυο εκ των βασικών πρωταγωνιστών του ελληνικού δράματος, είναι πως ο Παπανδρέου επειδή κατάλαβε πως δεν μπορούσε να τα βάλει με το κατεστημένο που απέτρεπε τις μεταρρυθμίσεις, είχε ζητήσει τη βοήθεια του ΔΝΤ για να επιβάλει τις μεταρρυθμίσεις, η Μέρκελ που δεν μπορούσε λόγω του συμφώνου μη διάσωσης να δώσει λεφτά, δέχτηκε το ΔΝΤ ως λύση, και ήρθε το πρώτο μνημόνιο.
Τότε όμως Σαμαράς και Τσίπρας σήκωσαν το μπαϊράκι της αντίστασης στο μνημόνιο (ίσως τελικά αυτούς να εννοεί ο Παπανδρέου ως εγχώριο κατεστημένο, δηλαδή λαϊκή δεξιά και αριστερά, που τελικά συγκυβέρνησαν μέσω Καμένου) και έτσι οι μεταρρυθμίσεις αντικαταστάθηκαν - για όσους τα θυμούνται - από τα “ισοδύναμα μέτρα”, δηλαδή μέτρα που θα είχαν ίδιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα με τις μεταρρυθμίσεις που ζήταγε το ΔΝΤ και η ΕΕ και ο ΟΟΣΑ, αλλά που δεν ήταν μεταρρυθμίσεις, δηλαδή δεν επέφεραν αλλαγή στην πελατειακή δομή του κράτους.
Κάπως έτσι περάσαμε την καταστροφική δεκαετία 2009-2019, χάνοντας τα πάντα, δουλειές, μισθούς, συντάξεις, αποταμιεύσεις σε ομόλογα και μετοχές, κρατική περιουσία, ακόμη και τα σπίτια μας, για να διατηρήσουμε το μόνο που θα έπρεπε να έχουμε αλλάξει. Τη σαθρή πολιτική και κρατική δομή και τις πελατειακές σχέσεις, που απογείωσε η κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή και που ορθώς επεσήμανε ο Παπανδρέου ότι ήταν η αιτία της κρίσης αλλά που όπως ομολογεί δεν μπορούσε ο ίδιος να αντιμετωπίσει.
Ο Παπανδρέου είναι ο μόνος Πρωθυπουργός που παρέδωσε λίγο καιρό αργότερα την εξουσία, αμέσως μετά που πήρε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, ένα ίσως παγκόσμιο παράδοξο. Ίσως να είναι και ο μόνος Πρωθυπουργός που θέλησε - έστω και ως επιθυμία - να αλλάξει κάτι σε αυτή τη σαθρή διάρθρωση ενισχύοντας τις ανεξάρτητες αρχές και θεσπίζοντας τη διαφάνεια στις δημόσιες αποφάσεις και προμήθειες. Όμως μέχρι εκεί και με αυτά μείναμε έκτοτε.
Και καθώς -όπως αποδεικνύεται δυστυχώς τις τελευταίες ημέρες- ούτε ο παντοδύναμος πολιτικά Μητσοτάκης δεν τόλμησε ή δεν θέλησε να αλλάξει οτιδήποτε και να κάνει οποιαδήποτε μεταρρύθμιση που θα έθιγε τις πελατειακές σχέσεις και εξαρτήσεις, βρισκόμαστε ακριβώς εκεί που ήμασταν επί Κώστα Καραμανλή, με ολόκληρο το ένα από τα δίδυμα ελλείμματα που μας πτώχευσαν (αυτό του εξωτερικού ισοζυγίου) αλλά με δημοσιονομικό πλεόνασμα (που περιμένει να φαγωθεί). Κατά τα άλλα, όλα καλά…να μαζευόμαστε σε συνέδρια να τα λέμε.