• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
WSJ: Το μυστικό όπλο του Ιράν στον πόλεμο με τις ΗΠΑ είναι η Κίνα
18:07 - 24 Σεπ 2026

WSJ: Το μυστικό όπλο του Ιράν στον πόλεμο με τις ΗΠΑ είναι η Κίνα

Η Κίνα εμφανίζεται ολοένα και πιο σημαντικός παράγοντας στη σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, καθώς στοιχεία που επικαλείται η Wall Street Journal καταγράφουν αυξημένες αποστολές κινεζικών προϊόντων προς το ιρανικό υπουργείο Άμυνας, ενώ παράλληλα το Πεκίνο παραμένει ο βασικός αγοραστής του ιρανικού πετρελαίου.

Το θέμα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει της συνάντησης του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσινγκτον. Παρότι η Κίνα υποστηρίζει ότι επιδιώκει την αποκλιμάκωση και ότι έχει συμβάλει διπλωματικά στην επίτευξη εκεχειρίας, οι εμπορικές ροές μεταξύ των δύο χωρών συνεχίζονται.

Σύμφωνα με στοιχεία των ιρανικών τελωνείων που αναλύθηκαν από τη Wall Street Journal, περίπου 1.300 αποστολές εξαρτημάτων «διπλής χρήσης» κατευθύνθηκαν από την Κίνα προς το ιρανικό υπουργείο Άμυνας έως τα τέλη Ιουνίου. Πρόκειται για ηλεκτρονικά εξαρτήματα, ηλεκτρικούς κινητήρες, συστήματα GPS και άλλα υλικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο για πολιτικούς όσο και για στρατιωτικούς σκοπούς. Μόνο δύο ημέρες μετά από μία αποστολή ηλεκτρονικών εξαρτημάτων, πραγματοποιήθηκαν περισσότερες αποστολές συνολικής αξίας άνω των 6 εκατ. δολαρίων.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αεροπορική σύνδεση μεταξύ Κίνας και Ιράν. Μετά την έναρξη του πολέμου, οι θαλάσσιες εμπορικές διαδρομές περιορίστηκαν σημαντικά, ενώ οι ΗΠΑ ενίσχυσαν τον αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών. Ως αποτέλεσμα, οι πτήσεις της Mahan Air από κινεζικές πόλεις προς την Τεχεράνη αυξήθηκαν από μόλις τέσσερις την εβδομάδα στις αρχές Μαρτίου σε περίπου 27 στα τέλη Απριλίου. Τον Σεπτέμβριο, οι πτήσεις έφτασαν τις 39 μέσα σε μία εβδομάδα, σύμφωνα με στοιχεία του FlightRadar24.

Παράλληλα, η Κίνα παραμένει κρίσιμος οικονομικός εταίρος της Τεχεράνης. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το Πεκίνο αγοράζει περισσότερο από το 80% των ιρανικών εξαγωγών αργού πετρελαίου, ενώ κινεζικές εταιρείες και χρηματοπιστωτικά δίκτυα έχουν χρησιμοποιηθεί για τη διοχέτευση χρημάτων και την παράκαμψη των αμερικανικών κυρώσεων.

Οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν ενισχυθεί ιδιαίτερα από το 2018, όταν η κυβέρνηση Τραμπ υιοθέτησε την πολιτική «μέγιστης πίεσης» απέναντι στο Ιράν. Το 2021, Πεκίνο και Τεχεράνη υπέγραψαν 25ετές στρατηγικό σύμφωνο, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκαν δίκτυα κινεζικών τραπεζών και εταιρειών στο Χονγκ Κονγκ που διευκολύνουν τις εμπορικές συναλλαγές.

Στο στρατιωτικό πεδίο, αμερικανικές αρχές έχουν συνδέσει κινεζικές εταιρείες με την παροχή δορυφορικών εικόνων που, σύμφωνα με τις ίδιες, χρησιμοποιήθηκαν από το Ιράν πριν και μετά από επίθεση τον Ιούλιο, κατά την οποία σκοτώθηκαν τρεις Αμερικανοί στρατιώτες. Παράλληλα, κινεζικές εταιρείες έχουν κατηγορηθεί για την παροχή χημικών υλικών που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή προωθητικών για βαλλιστικούς πυραύλους.

Το Πεκίνο απορρίπτει τις κατηγορίες ότι υποστηρίζει τη σύγκρουση και υποστηρίζει πως τηρεί τους διεθνείς κανόνες. Παράλληλα, δηλώνει ότι αντιτίθεται στις μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις και τάσσεται υπέρ των προσπαθειών για ειρήνευση στη Μέση Ανατολή.

Στην Ουάσινγκτον, ωστόσο, το ζήτημα προκαλεί διαφορετικές προσεγγίσεις. Ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι και νομοθέτες ζητούν αυστηρότερη στάση απέναντι στο Πεκίνο, υποστηρίζοντας ότι η κινεζική οικονομική και υλικοτεχνική υποστήριξη περιορίζει την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής πίεσης προς την Τεχεράνη. Από την άλλη, ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι εμπιστεύεται τον Σι Τζινπίνγκ και ότι η κινεζική βοήθεια προς το Ιράν δεν έχει, κατά την εκτίμησή του, λάβει σημαντικές διαστάσεις.

Η κατάσταση αποτυπώνει το σύνθετο δίλημμα της αμερικανικής κυβέρνησης: να αυξήσει την πίεση προς την Κίνα για τη στήριξή της στο Ιράν, χωρίς ταυτόχρονα να διαταράξει τις ευρύτερες αμερικανοκινεζικές σχέσεις. Την ίδια στιγμή, το Πεκίνο καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη στρατηγική του σχέση με την Τεχεράνη και στα σημαντικά οικονομικά του συμφέροντα στις σχέσεις με την Ουάσινγκτον.