Η αφορμή δόθηκε με την επίσκεψη του νέου Βρετανού ΥΠΕΞ David Lammy στην Άγκυρα (30/6), ο οποίος σε συνέντευξή του στην Hurriyet δήλωσε ότι «και οι τέσσερις εταίροι του Eurofighter υποστηρίζουν την πώληση» και χαρακτήρισε την Τουρκία «σημαντικό σύμμαχο» του ΝΑΤΟ. Η δήλωση αυτή προβλήθηκε ως κεντρικό θέμα στα ΜΜΕ του ομίλου Demirören (Milliyet, Hurriyet κ.ά.).
Αναλυτές και αρθρογράφοι υποστήριξαν ότι η προμήθεια Eurofighters αποτελεί «κλειδί ισορροπίας» στο Αιγαίο, με την Ελλάδα να παρουσιάζεται σχεδόν εμμονικά ως το βασικό κίνητρο για την εξοπλιστική ενίσχυση της Τουρκίας.
Ο Ozay Sendir, διευθυντής της Milliyet, έγραψε ότι «η απόκτηση Eurofighters είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση των ελληνικών δυνατοτήτων», ενώ ο Eren Sakarya από την Hurriyet δήλωσε ότι «είναι ο εφιάλτης της Ελλάδας».
Στο ίδιο αφήγημα εντάσσονται δημοσιεύματα περί «επιθετικών ενεργειών της Αθήνας» (υποβρύχια, ινδικοί πύραυλοι, δηλώσεις Δένδια) τα οποία τα τουρκικά ΜΜΕ παρουσιάζουν ως τεκμήρια ανάγκης για υπεροχή στον αέρα.
Παρασκήνιο F-35: ο σιωπηλός ρόλος του Ισραήλ
Παράλληλα, επανέρχεται στο προσκήνιο –μέσα από αναφορές σε Αμερικανούς διπλωμάτες και στρατιωτικούς αναλυτές που φιλοξενούνται στον τουρκικό Τύπο– η συζήτηση περί επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35, από το οποίο είχε αποβληθεί λόγω της αγοράς των S-400.
Εδώ όμως εισέρχεται διακριτικά και ο παράγοντας Ισραήλ. Σε φιλοκυβερνητικές εφημερίδες, αλλά και σε παραπολιτικές στήλες, η σιωπή του Τελ Αβιβ στο θέμα αυτό μεταφράζεται ως άτυπη μετατόπιση θέσης, με τον φιλόκυβερνητικό τύπου να υπαινίσσονται ότι «το Ισραήλ προτιμά να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους με την Τουρκία, παρά να την ωθήσει σε περαιτέρω σύμπλευση με Ρωσία και Ιράν».
Σε σχετική αναφορά της Aksam, η απουσία ισραηλινών ενστάσεων παρουσιάζεται ως «παράθυρο ευκαιρίας» και ως ένδειξη ότι το περιφερειακό σκηνικό μεταβάλλεται. Το υπονοούμενο είναι σαφές: η Τουρκία ξαναγίνεται υπολογίσιμη δύναμη και αποκαθιστά σχέσεις, έστω και σιωπηλά, με την Ουάσινγκτον, με ανοχή του Ισραήλ.
Αντιπολίτευση: "Δεν είμαστε έτοιμοι, ούτε οικονομικά ούτε τεχνολογικά"
Απέναντι στην φιλοκυβερνητική επικοινωνιακή φρενίτιδα, η μετριοπαθής αντιπολίτευση εκφράζει έντονες επιφυλάξεις. Ο Ahmet Erdi Öztürk στη Yetkin Report εκτιμά ότι η Τουρκία έχει εγκλωβιστεί σε ανταγωνισμούς των δυτικών συμμάχων και επιχειρεί να εκμαιεύσει προσφορές χωρίς να έχει ξεκάθαρη στρατηγική.
Ο ίδιος αποδομεί την υπεραισιοδοξία γύρω από το εθνικό μαχητικό KAAN, υπογραμμίζοντας ότι δεν υπάρχει ακόμη κινητήρας, πως η Rolls-Royce έχει παγώσει τη συνεργασία, και πως οι τεχνολογικές δυνατότητες της Τουρκίας υστερούν.
Παράλληλα, σημειώνει ότι η οικονομική κατάσταση δεν επιτρέπει τέτοιες υπερφιλόδοξες αγορές: «Απαιτούνται δεξιότητες ζογκλέρ για να χρηματοδοτηθεί η αγορά Eurofighters. Το κόστος είναι δυσθεώρητο. Το ίδιο ισχύει και για πιθανή επιστροφή στα F-35».
Μια εικόνα ελεγχόμενης υπεροχής, με σκιές ρεαλισμού
Το αφήγημα που χτίζεται στα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ είναι αυτό μιας Τουρκίας που διατηρεί ταυτόχρονα ανοιχτούς διαύλους με ΗΠΑ, Βρετανία, Γερμανία και Ευρώπη, ενώ προχωρά και σε εθνική παραγωγή (KAAN). Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη.
Η επιστροφή στα F-35 περνά από σιωπηλές επαφές, αμερικανικές διαβεβαιώσεις και ίσως κυρίως την "ανοχή" του Ισραήλ. Το Τελ Αβίβ δεν μιλά, αλλά σύμφωνα με τουρκικά ρεπορτάζ δεν μπλοκάρει ενεργά, και αυτό είναι αρκετό για να παρουσιαστεί ως θετική εξέλιξη.
Την ίδια ώρα, η Γερμανία τηρεί αποστάσεις όσον αφορά τα Eurofighters, αναμένοντας πολιτικές εγγυήσεις. Ο ίδιος ο Ερντογάν δηλώνει γενικόλογα ότι «το έργο συνεχίζεται με Ηνωμένο Βασίλειο και Γερμανία», χωρίς να ξεκαθαρίζει τι έχει συμφωνηθεί και υπό ποιους όρους.
Η Άγκυρα επιχειρεί να αξιοποιήσει κάθε επικοινωνιακή ευκαιρία για να εδραιώσει την εικόνα της επιστροφής της σε δυτικά εξοπλιστικά προγράμματα υψηλού επιπέδου. Η συνδυασμένη προβολή Eurofighter–F-35 υπηρετεί την εικόνα μιας Τουρκίας «πανταχού παρούσας» και «μη εξαρτημένης από έναν μόνο σύμμαχο».
Πίσω από τα δημοσιεύματα, ωστόσο, κρύβονται οικονομικές αδυναμίες, τεχνολογικά κενά και γεωπολιτικοί συμβιβασμοί. Η στάση του Ισραήλ, παρότι σιωπηλή, παραμένει εξαιρετικά κρίσιμη.








