Όπως ανέφεραν οι Financial Times σε δημοσίευμά τους την Παρασκευή (12/12), η συγκεκριμένη πρόβλεψη περιλαμβάνεται και στην πρόταση που έχει καταθέσει το Κίεβο προς την Ουάσινγκτον. Μέσω αυτής της πρωτοβουλίας, η ουκρανική πλευρά επιδιώκει να εξασφαλίσει τη θεσμική της σύνδεση με τη Δύση, παρά το γεγονός ότι προτιμητέα επιλογή για την ίδια παραμένει η ένταξη στο ΝΑΤΟ. Ωστόσο, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα για το κατά πόσο ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι εφικτό.
Την ίδια στιγμή, αξιωματούχοι που υποστηρίζουν την ευρωπαϊκή πορεία της Ουκρανίας επισημαίνουν στην εφημερίδα ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φαίνεται να επαναξιολογεί τη στάση της, αναγνωρίζοντας πως δεν θα πρέπει να παρεμποδίσει τη διαδικασία, θέτοντας εμπόδια σε μια πιθανή επιτάχυνση της ενταξιακής πορείας της χώρας.
Παρά ταύτα, η χώρα δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει ούτε ένα από τα 36 ενταξιακά κεφάλαια, γεγονός που καθιστά μια τόσο επιταχυνόμενη διαδικασία πλήγμα για το παραδοσιακό μοντέλο διεύρυνσης της Ένωσης.
Σημειώνεται ακόμη ότι το πρόσφατο σκάνδαλο διαφθοράς στον ενεργειακό κλάδο της Ουκρανίας αποτελεί πληγή για την ευρωπαϊκή της προοπτική.
Γενικότερα, η διαδικασία παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Αρχικά να σημειωθεί, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να υποχρεώσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση να δεχθεί ένα νέο κράτος-μέλος. Επιπλέον, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζονται απρόθυμες να εντάξουν ένα κράτος που θα εξακολουθεί πιθανότατα - ακόμη και μετά μία πιθανή εκεχειρία - να βρίσκεται υπό άμεση απειλή πολέμου.
Καμία ένταξη χωρίς εγγυήσεις
Υπενθυμίζεται ότι η Ρωσία επαναλαμβάνει σταθερά πως θα συνεχίσει τις στρατιωτικές της επιχειρήσεις έως ότου καταλάβει πλήρως το Ντονμπάς. Αναλυτές εκτιμούν ότι η πλήρης κατάληψη της περιοχής θα μπορούσε να απαιτήσει 3 έως 4 χρόνια, καθώς οι ρωσικές δυνάμεις προελαύνουν με μεγάλη δυσκολία. Σε περίπτωση όμως που το Κίεβο εξαναγκαζόταν να παραδώσει την περιοχή, θα άνοιγε ο δρόμος για νέες εισβολές, καθώς θα χάνονταν κρίσιμα αμυντικά οχυρά.
Υπό αυτό το πρίσμα, Ευρωπαίοι διπλωμάτες τονίζουν ότι θα πρέπει προηγουμένως να υπάρξουν ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας — εγγυήσεις που, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, μόνο οι ΗΠΑ μπορούν να προσφέρουν — προτού προχωρήσει η ενταξιακή διαδικασία. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 2030 φαντάζει πιο ρεαλιστικός στόχος από το 2027.
Παράλληλα, τίθεται το ερώτημα εάν αυτή η «νέα μέθοδος» ένταξης θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων — Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βόρεια Μακεδονία, Μαυροβούνιο, Σερβία και Κόσοβο — οι οποίες αναμένουν εδώ και χρόνια, χωρίς σαφή προοπτική άμεσης ένταξης.
Το ιστορικό προηγούμενο με την Κύπρο
Ως προς το προηγούμενο ένταξης κράτους με κατεχόμενα εδάφη, συχνά αναφέρεται το παράδειγμα της Κύπρου, η οποία εντάχθηκε στην ΕΕ το 2004. Τότε, ωστόσο, παρέμενε ανοικτό το ζήτημα της επανένωσης, η οποία τελικά δεν προχώρησε μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν. Επιπλέον, εκείνη την περίοδο και η Τουρκία διεκδικούσε ευρωπαϊκή προοπτική — κάτι που ασφαλώς δεν ισχύει σήμερα για τη Ρωσία.
Η στάση της Μόσχας και οι επιφυλάξεις κρατών-μελών
Αξιοσημείωτο είναι ότι η Μόσχα έχει δηλώσει επανειλημμένως τους τελευταίους μήνες πως δεν θα αντιτασσόταν στην ευρωπαϊκή πορεία της Ουκρανίας. Αυτό, ωστόσο, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ουσιαστική συναίνεση. Ενδέχεται να πρόκειται για διπλωματικό τακτικισμό, με στόχο να εμφανιστεί η Ρωσία διαλλακτική, γνωρίζοντας ότι η ένταξη της Ουκρανίας παραμένει αβέβαιη, λόγω πιθανών βέτο από κράτη-μέλη που διατηρούν επιφυλάξεις, όπως η Ουγγαρία ή η Σλοβακία.
Τέλος, δεδομένο θεωρείται ότι θα προκύψει ζήτημα ανακατανομής του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού. Σε περίπτωση ένταξης, η Ουκρανία — ως ένα από τα πολυπληθέστερα κράτη-μέλη — θα δικαιούταν σημαντικό μερίδιο χρηματοδότησης, γεγονός που θα σήμαινε απώλειες για άλλα κράτη της Ένωσης.





