Ιράν: Θεσμικές διακρίσεις και καταστολή
Η 8η Μαρτίου, που ιστορικά συνδέεται με τους εργατικούς αγώνες των γυναικών στις αρχές του 20ού αιώνα, αποτελεί διεθνώς σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση της ισότητας, της πολιτικής συμμετοχής και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών. Στην περίπτωση του Ιράν, ωστόσο, η ημέρα αυτή αναδεικνύει το μεγάλο χάσμα ανάμεσα στα διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το ισχύον πολιτικό και νομικό σύστημα της χώρας.
Σύμφωνα με αναλύσεις νομικών και διεθνών οργανισμών, μετά την Ιρανική Επανάσταση του 1979, οι διακρίσεις εις βάρος των γυναικών ενσωματώθηκαν σταδιακά στο θεσμικό πλαίσιο. Το Σύνταγμα της χώρας προβλέπει τυπικά ισότητα ανδρών και γυναικών, ωστόσο αυτή υπόκειται στην προϋπόθεση της συμμόρφωσης με «ισλαμικά κριτήρια», διατύπωση που έχει επιτρέψει την υιοθέτηση νόμων που περιορίζουν σημαντικά τα δικαιώματα των γυναικών.
Το αναχρονιστικό θεσμικό πλαίσιο
Στην πράξη, οι γυναίκες αποκλείονται από κορυφαίες θέσεις εξουσίας. Για παράδειγμα, το αξίωμα του προέδρου προβλέπεται να καταλαμβάνεται από «πολιτικά και θρησκευτικά πρόσωπα», όρος που ερμηνεύεται συχνά ως αναφορά σε άνδρες. Παράλληλα, σύμφωνα με τη νομοθεσία για την επιλογή δικαστών, οι δικαστές προέρχονται από «κατάλληλους άνδρες», ενώ οι γυναίκες μπορούν να υπηρετούν μόνο ως σύμβουλοι χωρίς δικαίωμα τελικής απόφασης.
Οι ανισότητες επεκτείνονται και στο οικογενειακό δίκαιο. Ο Αστικός Κώδικας αναγνωρίζει τον σύζυγο ως «αρχηγό της οικογένειας», ενώ του παρέχει τη δυνατότητα να περιορίσει την επαγγελματική δραστηριότητα της συζύγου του. Επιπλέον, το δικαίωμα διαζυγίου παραμένει σε μεγάλο βαθμό μονομερές υπέρ του άνδρα, ενώ η κληρονομιά για τις γυναίκες είναι κατά κανόνα η μισή από εκείνη των ανδρών.
Ορισμένες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα έχουν επίσης προκαλέσει διεθνή κριτική. Μεταξύ άλλων, η ηλικία ποινικής ευθύνης για τα κορίτσια ορίζεται στα εννέα σεληνιακά έτη, ενώ η αποζημίωση για ανθρωποκτονία (diya) που αφορά γυναίκα είναι η μισή από εκείνη ενός άνδρα. Παράλληλα, η μη συμμόρφωση με τον υποχρεωτικό ενδυματολογικό κώδικα μπορεί να οδηγήσει σε ποινικές κυρώσεις.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αύξηση των εκτελέσεων γυναικών τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με στοιχεία οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, από το 2021 έχουν εκτελεστεί τουλάχιστον 167 γυναίκες στο Ιράν, με τον αριθμό να αυξάνεται σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Μόνο το 2025 καταγράφηκαν 65 εκτελέσεις γυναικών, ενώ τους πρώτους δύο μήνες του 2026 έχουν ήδη πραγματοποιηθεί εννέα.
Μορφές και κινήσεις αντίστασης
Παράλληλα, υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις γυναικών που ο θάνατός τους στις φυλακές ή η επικείμενη εκτέλεσή τους προκάλεσαν κύμα οργής:
Σομαγιέ Ρασιντί: Πολιτική κρατούμενη που πέθανε τον Σεπτέμβριο του 2025 μετά από κώμα στις φυλακές Qarchak. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων απέδωσαν τον θάνατό της στην άρνηση παροχής ιατρικής φροντίδας από τις αρχές.
Ζάχρα Ταμπαρί: Ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών, η οποία καταδικάστηκε σε θάνατο στα τέλη του 2025 μετά από μια δίκη που διήρκεσε λιγότερο από 10 λεπτά, προκαλώντας διεθνή κατακραυγή.
Παχσάν Αζιζί: Κούρδισσα δημοσιογράφος και ακτιβίστρια της οποίας η θανατική ποινή επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο τον Ιανουάριο του 2025, παραμένοντας έκτοτε κεντρικό πρόσωπο των εκστρατειών κατά των εκτελέσεων.
Ιστορικά, το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» πυροδοτήθηκε από τον θάνατο της Μάχσα Αμινί το 2022, όμως οι πρόσφατες απώλειες όπως της Αμινιάν έχουν αναζωπυρώσει την αντίσταση κατά του καθεστώτος το 2026.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω μετά τις αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις του Ιανουαρίου 2026, στις οποίες οι γυναίκες είχαν ενεργό και μαζική παρουσία. Σύμφωνα με καταγραφές οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τουλάχιστον 259 γυναίκες σκοτώθηκαν κατά την καταστολή των διαδηλώσεων. Ανάμεσα στα θύματα βρίσκονταν μαθήτριες, φοιτήτριες, εργαζόμενες και μητέρες από διάφορες πόλεις της χώρας.
Παράλληλα, καταγγελίες αναφέρουν χρήση πραγματικών πυρών εναντίον άοπλων διαδηλωτών, μαζικές συλλήψεις γυναικών και ανηλίκων, καθώς και βαριές ποινές φυλάκισης ή ακόμη και θανατικές καταδίκες για συμμετοχή στις διαμαρτυρίες. Οι εξελίξεις αυτές έχουν προκαλέσει έντονη ανησυχία σε διεθνείς οργανισμούς, μεταξύ των οποίων η Διεθνής Αμνηστία και ο ΟΗΕ.
Την ίδια στιγμή, πολλές γυναίκες παραμένουν κρατούμενες σε φυλακές όπως η Evin Prison και η Qarchak Prison, όπου, σύμφωνα με αναφορές, οι συνθήκες κράτησης είναι ιδιαίτερα δύσκολες και η πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη περιορισμένη. Ορισμένες κρατούμενες συμμετέχουν σε απεργίες πείνας στο πλαίσιο της εκστρατείας «No to Executions», διαμαρτυρόμενες για την ευρεία χρήση της θανατικής ποινής.
Διεθνείς νομικοί εμπειρογνώμονες επισημαίνουν ότι η χρήση θανατηφόρας βίας εναντίον άοπλων διαδηλωτών και οι μαζικές συλλήψεις μπορεί να συνιστούν παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο International Covenant on Civil and Political Rights, στο οποίο το Ιράν είναι συμβαλλόμενο κράτος.
Ουκρανία: Η σεξουαλική βία ως όπλο πολέμου
Την ίδια στιγμή που σε πολλές χώρες η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας αποτελεί αφορμή για αποτίμηση της προόδου στα δικαιώματα των γυναικών, στην Ουκρανία ο πόλεμος έχει δημιουργήσει μια ιδιαίτερα σκληρή πραγματικότητα, όπου η σεξουαλική βία αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο σκοτεινά χαρακτηριστικά της σύγκρουσης.
Από την έναρξη της πλήρους κλίμακας επίθεσης της Ρωσίας το 2022 – στο πλαίσιο της ευρύτερης ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία – διεθνείς οργανισμοί και ουκρανικές αρχές έχουν καταγράψει αυξανόμενο αριθμό περιστατικών βίας με έμφυλο χαρακτήρα.
Σύμφωνα με στοιχεία της Γενικής Εισαγγελίας της Ουκρανίας και αποστολών του ΟΗΕ, μέχρι τα μέσα του 2025 είχαν καταγραφεί τουλάχιστον 366 περιστατικά σεξουαλικής βίας που σχετίζονται με τον πόλεμο. Οι ειδικοί τονίζουν ωστόσο ότι οι επίσημες καταγραφές αποτελούν μόνο ένα μικρό μέρος της πραγματικής έκτασης του φαινομένου. Το κοινωνικό στίγμα, ο φόβος αντιποίνων και η δυσκολία πρόσβασης σε κατεχόμενες περιοχές περιορίζουν σημαντικά την καταγραφή των περιστατικών.
Τα τεκμηριωμένα περιστατικά αφορούν κυρίως γυναίκες, αλλά όχι αποκλειστικά. Δεκάδες περιπτώσεις βίας έχουν καταγραφεί και εις βάρος ανδρών, κυρίως στο πλαίσιο βασανιστηρίων κατά τη διάρκεια κράτησης ή αιχμαλωσίας, ενώ έχουν αναφερθεί και περιστατικά που αφορούν ανήλικους. Έρευνα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2026 δείχνει ότι περίπου μία στις τέσσερις γυναίκες που διέφυγαν από την Ουκρανία έχει βιώσει κάποια μορφή σωματικής ή σεξουαλικής βίας από την έναρξη του πολέμου.
Οι μορφές κακοποίησης που έχουν καταγραφεί είναι ιδιαίτερα σκληρές. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται βιασμοί, ομαδικοί βιασμοί, σεξουαλική δουλεία, απειλές βιασμού, ξυλοδαρμοί και ακρωτηριασμοί γεννητικών οργάνων, καθώς και περιστατικά όπου μέλη οικογενειών εξαναγκάστηκαν να παρακολουθήσουν την κακοποίηση συγγενών τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα εγκλήματα συνοδεύονταν από απειλές ή ρητορική που στόχευε στον εξευτελισμό των θυμάτων.
Σύμφωνα με την ανεξάρτητη Διεθνή Ερευνητική Επιτροπή στην Ουκρανία που συστάθηκε από το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, Ρώσοι στρατιώτες έχουν διαπράξει σεξουαλική βία «υπό την απειλή όπλων και με ακραία βιαιότητα». Τα θύματα περιλαμβάνουν γυναίκες, άνδρες και παιδιά ηλικίας από τεσσάρων έως και 80 ετών.
Σε περιοχές που βρέθηκαν υπό κατοχή, τα θύματα ήταν κυρίως άμαχοι – ιδιαίτερα γυναίκες και κορίτσια – ενώ σε χώρους κράτησης τα περιστατικά αφορούσαν κυρίως άνδρες πολίτες ή αιχμαλώτους πολέμου.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, θύματα ήταν ακόμη και έγκυες γυναίκες, οι οποίες υπέστησαν σοβαρούς τραυματισμούς ή αποβολές. Παράλληλα, αναφορές οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων επισημαίνουν ότι τα εγκλήματα συχνά συνοδεύονταν από ρητορική που υποβάθμιζε τους Ουκρανούς ή αμφισβητούσε την ίδια την ύπαρξη της ουκρανικής κοινωνίας.
Το πλαίσιο για λογοδοσία
Οι διεθνείς οργανισμοί τονίζουν ότι η σεξουαλική βία σε συνθήκες πολέμου μπορεί να αποτελεί όχι μόνο έγκλημα πολέμου αλλά και έγκλημα κατά της ανθρωπότητας ή σοβαρή παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι πράξεις αυτές ενδέχεται να εντάσσονται ακόμη και σε ευρύτερα σχέδια βίας που στρέφονται κατά ενός πληθυσμού.
Η διεθνής κοινότητα εξετάζει διάφορους δρόμους για την απονομή δικαιοσύνης. Ένας από αυτούς είναι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, το οποίο ήδη διερευνά εγκλήματα που συνδέονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Παράλληλα, ορισμένες χώρες εξετάζουν τη δυνατότητα άσκησης διώξεων με βάση την αρχή της καθολικής δικαιοδοσίας, η οποία επιτρέπει την εκδίκαση σοβαρών διεθνών εγκλημάτων ακόμη και εκτός της χώρας όπου διαπράχθηκαν.
Την ίδια στιγμή, η ίδια η Ουκρανία επιχειρεί να ενισχύσει τους θεσμούς της για την αντιμετώπιση των εγκλημάτων αυτών. Το 2022, το γραφείο του γενικού εισαγγελέα δημιούργησε ειδική μονάδα για τα περιστατικά σεξουαλικής βίας που σχετίζονται με τη σύγκρουση, στελεχωμένη σε μεγάλο βαθμό από γυναίκες εισαγγελείς και ερευνήτριες.
Ειδικοί επισημαίνουν ότι η απονομή δικαιοσύνης δεν περιορίζεται μόνο στις δικαστικές διαδικασίες. Η παροχή ιατρικής και ψυχολογικής υποστήριξης, η προστασία μαρτύρων και η χορήγηση αποζημιώσεων αποτελούν κρίσιμα στοιχεία για την αποκατάσταση των επιζώντων. Στο πλαίσιο αυτό, η ουκρανική κυβέρνηση έχει εξετάσει προγράμματα επείγουσας οικονομικής στήριξης και αποζημιώσεων για θύματα σεξουαλικής βίας.
Πέρα από τις νομικές και ανθρωπιστικές διαστάσεις, ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει και μια ευρύτερη πολιτική σημασία για πολλούς Ουκρανούς. Για μεγάλο μέρος της κοινωνίας, η σύγκρουση συνδέεται με την πορεία που ξεκίνησε μετά την Επανάσταση της Αξιοπρέπειας το 2014, όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας τάχθηκαν υπέρ ενός κράτους δικαίου με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Σε αυτό το πλαίσιο, αναλυτές υποστηρίζουν ότι η ενίσχυση της παρουσίας των γυναικών στη δημόσια διοίκηση, στη λήψη αποφάσεων και στην ανοικοδόμηση της χώρας μετά τον πόλεμο αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη δημοκρατική πορεία της Ουκρανίας. Η συμμετοχή τους τόσο στην άμυνα της χώρας όσο και στην κοινωνική οργάνωση της καθημερινότητας κατά τη διάρκεια του πολέμου έχει ήδη αναδειχθεί ως σημαντικός παράγοντας ανθεκτικότητας της ουκρανικής κοινωνίας.
Παρά τις τεράστιες προκλήσεις, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων επισημαίνουν ότι η πλήρης τεκμηρίωση των εγκλημάτων και η απονομή δικαιοσύνης για τα θύματα σεξουαλικής βίας θα αποτελέσουν κρίσιμη δοκιμασία τόσο για τη διεθνή κοινότητα όσο και για το ίδιο το ουκρανικό κράτος. Η αντιμετώπιση αυτών των εγκλημάτων δεν αφορά μόνο την τιμωρία των δραστών, αλλά και την προστασία των θεμελιωδών αξιών που βρίσκονται στο επίκεντρο της σύγχρονης διεθνούς έννομης τάξης.






