«Δεν είναι μόνο οι επιχειρήσεις που με συνοδεύουν· πολλές χιλιάδες επιχειρήσεις στη Γερμανία εξαρτώνται από τη δυνατότητα εξαγωγών προς τη μεγάλη κινεζική αγορά», δήλωσε χαρακτηριστικά η Ράιχε κατά τη διάρκεια επίσκεψής της στο Πεκίνο, μετά από συνάντηση με τον Κινέζο υπουργό Εμπορίου Γουάνγκ Γουεντάο.
«Γι’ αυτό στις Βρυξέλλες υποστηρίζουμε μια ισορροπημένη προσέγγιση - αποτελεσματικά προστατευτικά μέτρα, αλλά με ταυτόχρονη διατήρηση της ανοιχτότητας στις εξαγωγές».
Σημειώνεται ότι η παρέμβασή της έρχεται ενόψει μιας κρίσιμης συνεδρίασης στις Βρυξέλλες την Παρασκευή, όπου αξιωματούχοι αναμένεται να συζητήσουν την πολιτική έναντι της Κίνας, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας χρήσης νέων εργαλείων για την αντιμετώπιση των πλεονασμάτων παραγωγής στην κινεζική βιομηχανία.
Όπως επισημαίνει το Bloomberg, η στάση της Γερμανίας τη φέρνει σε αντίθεση με ορισμένες άλλες χώρες της ΕΕ. Ειδικότερα, ένα έγγραφο που κυκλοφόρησε το περασμένο Σαββατοκύριακο και υποστηρίζεται από τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Ισπανία και τη Λιθουανία ζητά μια πιο ενεργητική προσέγγιση για την αντιμετώπιση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών από εμπορικούς εταίρους, συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής ενός νέου διατομεακού εργαλείου εμπορικής άμυνας.
Στη συνέχεια, η Ισπανία υιοθέτησε μια πιο διαφοροποιημένη στάση, σημειώνοντας ότι το έγγραφο δεν είχε οριστικοποιηθεί.
Όπως τονίζεται, από τη δική της πλευρά η Γερμανία είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη στις αλλαγές της εμπορικής πολιτικής της ΕΕ απέναντι στο Πεκίνο και σε πιθανές κινήσεις «αντιποίνων».
Το εμπορικό έλλειμμα της ευρωζώνης με την Κίνα έφτασε στο ιστορικό υψηλό των 90 δισ. ευρώ πέρυσι. Οι δηλώσεις της Ράιχε έρχονται καθώς η Γερμανία, μαζί με την Ισπανία, ηγείται της αντίθεσης στα σχέδια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να απαγορεύσει τους κινεζικούς παρόχους τεχνολογίας από τα τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, στο πλαίσιο επικείμενων κανόνων κυβερνοασφάλειας.
Όπως αναφέρεται σήμερα, αξιωματούχοι των δύο χωρών επιθυμούν τα κράτη-μέλη να διατηρήσουν τον έλεγχο της απόφασης και έχουν εκφράσει ανησυχίες ότι μια απαγόρευση προϊόντων από την Huawei και άλλους κινεζικούς προμηθευτές μπορεί να προκαλέσει αντίποινα από το Πεκίνο.






