• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Πώς επαναπροσδιορίζει ο Μαμντάνι το αμερικανικό όνειρο απέναντι στον Τραμπ
08:09 - 23 Ιουλ 2026

Πώς επαναπροσδιορίζει ο Μαμντάνι το αμερικανικό όνειρο απέναντι στον Τραμπ

Η θεωρία του Φράνσις Φουκουγιάμα για το «τέλος της Ιστορίας», που διατυπώθηκε τη δεκαετία του 1990, ήταν η τελευταία μεγάλη αφήγηση που κατάφερε να ενώσει τη φιλελεύθερη-δημοκρατική Δύση. Σύμφωνα με αυτή, ο φιλελεύθερος δημοκρατικός καπιταλισμός με κοινωνικό κράτος αποτελούσε το καλύτερο δυνατό κοινωνικό σύστημα. Το μόνο ερώτημα που απέμενε ήταν εμπειρικό: πότε και με ποιον τρόπο θα έφταναν και οι υπόλοιπες περιοχές του κόσμου στο ίδιο μοντέλο.  

Όπως επισημαίνεται σε ανάλυση του Project Syndicate, η αφήγηση αυτή κατέρρευσε μετά το 2001 και σταδιακά μπήκαμε σε μια εποχή ωμού πραγματισμού. Η μόνη συνεκτική ιδεολογική αφήγηση προερχόταν από τον τραμπισμό και τους εθνικιστές της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς: η ανεπτυγμένη χριστιανική Δύση παρουσιάζεται ως μια ιστορική εξαίρεση, ένας πλούσιος και ελεύθερος πολιτισμός που απειλείται διαρκώς από τους μετανάστες, τους «πολιτισμικούς μαρξιστές», την κοινότητα ΛΟΑΤΚΙ+ και τους Ευρωπαίους που –κατά τη δική τους οπτική– υπονομεύουν τον ίδιο τους τον πολιτισμό.

Από την άλλη πλευρά, η «woke» αφήγηση, την οποία πολεμούν οι εθνικιστές, είναι ακόμη πιο περιορισμένη ως προς την απήχησή της. Εστιάζει σε έναν και μόνο εχθρό –τον ρατσισμό και τον σεξισμό– και δεν επιχειρεί να κινητοποιήσει την πλειοψηφία, καθώς δίνει προτεραιότητα σε συγκεκριμένες ομάδες, όπως τα τρανς άτομα, αναδεικνύοντάς τα στο κατεξοχήν σύμβολο της καταπίεσης. Επειδή όμως η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων δεν ανήκει σε αυτές τις ομάδες, η αφήγηση αυτή προσφέρει στους περισσότερους κυρίως ενοχές και όχι ένα θετικό, κοινό όραμα.

Η διαφορετική πρόταση του Ζόραν Μαμντάνι

Ωστόσο, κάτι νέο φαίνεται να αναδύεται μέσα από την άνοδο των λεγόμενων δημοκρατικών σοσιαλιστών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε ομιλία του για την 250ή επέτειο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζόραν Μαμντάνι παρουσίασε μια ριζικά διαφορετική αφήγηση για το τι είναι και τι μπορεί να γίνει η Αμερική.

Ο Μαμντάνι δεν εξελέγη προωθώντας την ακαδημαϊκή εκδοχή της «woke» ιδεολογίας. Αντίθετα, επικεντρώθηκε σε τοπικά ζητήματα και στις ανάγκες των οικονομικά ασθενέστερων, προτείνοντας δωρεάν παιδική φροντίδα, δωρεάν δημόσιες συγκοινωνίες, έλεγχο των ενοικίων και προσβάσιμες υπηρεσίες υγείας. Στην ομιλία της 4ης Ιουλίου μετέτρεψε αυτή την πολιτική ατζέντα σε ένα ευρύτερο όραμα για τη χώρα:

«Μας λένε ότι η Αμερική είναι ξεχωριστή επειδή είναι πλουσιότερη, ισχυρότερη και πιο δυνατή από όλους τους άλλους... Η αλήθεια, φίλοι μου, είναι ότι η Αμερική είναι ξεχωριστή επειδή εδώ τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο. Τα σύνορα μπορεί να έκλεισαν, μπορεί να περπατήσαμε στο φεγγάρι, όμως το έργο της εκπλήρωσης των αξιών που διατυπώθηκαν στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας συνεχίζεται και ανήκει σε όλους μας. Ανήκει και στους νεότερους Αμερικανούς, όπως όσοι πολιτογραφήθηκαν πρόσφατα και βρίσκονται σήμερα εδώ. Πριν από σχεδόν δέκα χρόνια ένιωσα κι εγώ τη χαρά να μην είμαι πια μόνο Νεοϋορκέζος, αλλά και Αμερικανός. Ο καθένας από εσάς έχει τη δύναμη να καθορίσει τι σημαίνει Αμερική».

Η ιδεολογική σύγκρουση

Το όραμα του Μαμντάνι είναι, ασφαλώς, ιδεολογικό. Παρουσιάζει μια απλουστευμένη εικόνα της πραγματικότητας και όχι την πλήρη αλήθεια. Ωστόσο, η σημασία του βρίσκεται στο ότι αμφισβητεί ευθέως την κυρίαρχη δεξιά λαϊκιστική αφήγηση. Αυτό αποδεικνύεται και από τις έντονες επιθέσεις που δέχεται από τη δεξιά.

Στη δική του ομιλία για την Ημέρα της Ανεξαρτησίας, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, έχοντας προφανώς κατά νου τον δήμαρχο της Νέας Υόρκης, υποστήριξε –διαστρεβλώνοντας την ιστορία– ότι:

«Ο κομμουνισμός αποτελεί θανάσιμη απειλή για την αμερικανική ελευθερία. Είναι η μεγαλύτερη απειλή που έχει αντιμετωπίσει ποτέ η χώρα μας, μεγαλύτερη ακόμη και από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το Περλ Χάρμπορ ή ακόμη και την 11η Σεπτεμβρίου.»

Εξίσου χαρακτηριστικό είναι ότι ο Μαμντάνι δέχεται επικρίσεις και από τμήματα της ριζοσπαστικής αριστεράς. Μετά τις θετικές αναφορές του στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και στο αμερικανικό Σύνταγμα, το περιοδικό Jacobin δημοσίευσε άρθρο με τίτλο: «Κάψτε ξανά το Σύνταγμα», υποστηρίζοντας ότι «το Σύνταγμα δεν σταμάτησε τον Τραμπ· αντίθετα, κατέστησε δυνατή την κυριαρχία του».

Οι αντιφάσεις του αμερικανικού Συντάγματος

Τα επιχειρήματα αυτά έχουν, ασφαλώς, βάση. Όπως προκύπτει από τα Federalist Papers, η βασική αγωνία των ιδρυτών των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν ο περιορισμός της λαϊκής επιρροής. Γι' αυτό δημιούργησαν το Εκλεκτορικό Σώμα και άλλους θεσμικούς μηχανισμούς που λειτουργούν ως εμπόδια στην απόλυτη κυριαρχία της πλειοψηφίας.

Οι ιδρυτές της χώρας ανήκαν στην οικονομική και κοινωνική ελίτ της εποχής τους. Ο Τζορτζ Ουάσινγκτον ήταν ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους των αποικιών, ενώ στις πρώτες εκλογικές αναμετρήσεις μόνο ένα μικρό ποσοστό των πολιτών είχε δικαίωμα ψήφου. Το Σύνταγμα, γραμμένο από λευκούς Αγγλοσάξονες Προτεστάντες, προστάτευε τη δουλεία, ενώ ακόμη και οι Ιρλανδοί μετανάστες αποκλείονταν για μεγάλο διάστημα από ευαίσθητες κρατικές θέσεις.

Για μια συγκεκριμένη τάση της αριστεράς, όμως, ακόμη και η Σχολή της Φρανκφούρτης θεωρείται αντιδραστικό εγχείρημα. Η κυρίαρχη αφήγηση της δεξιάς αποδίδει τη λεγόμενη «woke» ιδεολογία στον Αντόνιο Γκράμσι και κυρίως στους Χέρμπερτ Μαρκούζε και Τέοντορ Αντόρνο. Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι αριστεροί διανοούμενοι, όπως ο φιλόσοφος του Πανεπιστημίου Βιλανόβα Γκάμπριελ Ρόκχιλ, υποστηρίζουν ότι ο δυτικός πολιτισμικός μαρξισμός ήταν στην πραγματικότητα μια αντικομμουνιστική κατασκευή με τη στήριξη της CIA, που στόχευε να δυσφημίσει τον «υπαρκτό σοσιαλισμό».

Και στις δύο περιπτώσεις, αξίζει να θυμηθεί κανείς την παρατήρηση του Ζαν-Πολ Σαρτρ: όταν ένα κείμενο –είτε πρόκειται για το αμερικανικό Σύνταγμα είτε για το One-Dimensional Man του Μαρκούζε– δέχεται επιθέσεις και από τις δύο πλευρές, πιθανότατα βρίσκεται πιο κοντά στη σωστή κατεύθυνση.

«Οι δημοκρατικοί σοσιαλιστές εκφράζουν σήμερα το αμερικανικό όνειρο»

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ομιλία του Μαμντάνι αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ιδεολογίας με τη θετική έννοια του όρου. Ανατρέπει τη δεξιά αντίληψη που βλέπει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ένα προπύργιο των ελίτ που απειλείται από τους ξένους και προτείνει μια διαφορετική εικόνα: μια χώρα αρκετά ισχυρή ώστε να δίνει ευκαιρίες στους φτωχούς, στους καταπιεσμένους και στους ανθρώπους που αναζητούν μια νέα αρχή.

Εκεί όπου οι δεξιοί λαϊκιστές βλέπουν την ανοιχτή κοινωνία ως απειλή για την αμερικανική ταυτότητα, ο Μαμντάνι βλέπει ακριβώς την πηγή της αμερικανικής ιδιαιτερότητας. Η Αμερική έγινε σύμβολο ελπίδας επειδή, γενιά μετά τη γενιά, προσέφερε στους μετανάστες την ευκαιρία να προοδεύσουν.

Κάποιοι αριστεροί θα αντιτείνουν ότι αυτό το όνειρο δεν υπήρξε ποτέ πραγματικότητα, αφού η καταπίεση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, των φυλετικών μειονοτήτων και των μεταναστών δεν έπαψε ποτέ. Όμως, αυτή η κριτική μοιάζει με άσφαιρη βολή: δεν οδηγεί πουθενά πέρα από έναν φαύλο κύκλο αυτοκατηγορίας.

Το όραμα του Μαμντάνι μπορεί να μην αποτυπώνει ολόκληρη την πραγματικότητα, όμως είναι πιο αληθινό από την τραμπική εναλλακτική και διαθέτει τη δύναμη να κινητοποιήσει εκατομμύρια ανθρώπους – όπως ήδη άρχισε να συμβαίνει μετά την εκλογή του.

Αυτό είναι, σύμφωνα με το Project Syndicate, το πραγματικό πολιτικό ταλέντο του Ζόραν Μαμντάνι: κατάφερε να αναδείξει τους φτωχούς και τους νεοφερμένους ως τους αυθεντικούς φορείς του αμερικανικού ονείρου. Οι τραμπικοί λαϊκιστές, γράφει, είναι επαρχιώτες και πρόθυμοι υπηρέτες των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων. Αντίθετα, οι δημοκρατικοί σοσιαλιστές είναι εκείνοι που εκφράζουν σήμερα τον χειραφετητικό πυρήνα του αμερικανικού ονείρου. Αυτοί είναι οι πραγματικοί Αμερικανοί πατριώτες.