Αξιοσημείωτο είναι ότι τρεις από τις μεγαλύτερες οικονομίες της ΕΕ που βρίσκονται στη Μεσόγειο και πλήττονται επίσης από επικίνδυνες πυρκαγιές – η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία – καταγράφουν ποσοστά μόλις στο 0,18%, δηλαδή κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αντίστοιχα, η Πορτογαλία εμφανίζεται με αναλογία 0,25%, παρότι έχει υποστεί σοβαρές καταστροφές από πυρκαγιές τα τελευταία χρόνια. Την πρώτη θέση κατέχει η Κροατία με 0,45%, υπερβαίνοντας οριακά την Ελλάδα.
Στην αντίθετη κατεύθυνση βρίσκονται χώρες της Βόρειας Ευρώπης με υγρότερο κλίμα και αυξημένες βροχοπτώσεις, όπως η Ολλανδία και η Δανία, οι οποίες έχουν ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά πυροσβεστών (0,7% και 0,8% αντίστοιχα), γεγονός που αντανακλά τις διαφοροποιημένες ανάγκες πυροπροστασίας λόγω του κλίματος.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2023, η Ελλάδα βρέθηκε στην τρίτη θέση σε δαπάνες για την πυροπροστασία, αναλογικά με το ΑΕΠ της. Η χώρα διέθεσε το 0,7% του ΑΕΠ για πυροσβεστικές υπηρεσίες και μέτρα πρόληψης, ξεπερνώντας το ποσοστό πολλών μεγαλύτερων ευρωπαϊκών κρατών και ακολουθώντας μόνο τη Ρουμανία και την Εσθονία. Αντίθετα, στην τέταρτη θέση από το τέλος κατατάχθηκε η Πορτογαλία, η οποία διέθεσε μόλις το 0,3% του ΑΕΠ της. Η Ισπανία και η Ιταλία καταγράφηκαν στο 0,4%, ενώ η Γαλλία στο 0,5%.
Αρνητικό ρεκόρ για τις καμένες εκτάσεις στην ΕΕ
Παρά τις αυξημένες δαπάνες, η Ελλάδα βρέθηκε κοντά στον ιστορικό μέσο όρο της σε επίπεδο καμένων εκτάσεων. Σύμφωνα με τα συγκεντρωτικά δεδομένα του ευρωπαϊκού συστήματος Copernicus, από την αρχή του 2024 έχουν καεί στην ΕΕ 10,23 εκατομμύρια στρέμματα, αριθμός που αποτελεί αρνητικό ρεκόρ 20ετίας και είναι πάνω από τρεις φορές υψηλότερος από τον μέσο όρο της περιόδου 2006–2024. Η έκρηξη αυτή των πυρκαγιών οφείλεται κυρίως στις μεγάλες καταστροφές που σημειώθηκαν στην Ισπανία και την Πορτογαλία.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι καμένες εκτάσεις υπολογίζονται σε 468.730 στρέμματα, ελαφρώς αυξημένες σε σχέση με τον μέσο όρο της χώρας για τις δύο τελευταίες δεκαετίες, που ήταν 466.446 στρέμματα.
Η Eurostat και το Copernicus τονίζουν ότι η κλιματική αλλαγή θέτει σε δοκιμασία τις δυνατότητες των μηχανισμών πολιτικής προστασίας, κυρίως στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, όπου τα ακραία φαινόμενα τείνουν να ενταθούν σε συχνότητα και σφοδρότητα.







