Η Ελλάδα υπογράμμισε ότι η κατάσταση στη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ «επιδεινώνεται με ανησυχητικό ρυθμό», καταδικάζοντας την «αυξανόμενη και πρωτοφανή βία εποίκων κατά Παλαιστινίων, συμπεριλαμβανομένων των χριστιανικών κοινοτήτων».
Η ελληνική πλευρά εξέφρασε επίσης έντονη ανησυχία για τις «περιοριστικές ρυθμίσεις στην κυκλοφορία, την παράνομη επέκταση των εποικισμών και τον εντεινόμενο αναγκαστικό εκτοπισμό», σημειώνοντας ότι οι εξελίξεις αυτές καθιστούν τη ζωή των Παλαιστινίων «αφόρητη».
Παράλληλα, η Ελλάδα απέρριψε μονομερείς ενέργειες όπως το «σχέδιο επέκτασης του εποικισμού E1», επισημαίνοντας ότι υπονομεύουν τόσο «τις προοπτικές λύσης δύο κρατών» όσο και «τη βιώσιμη ειρήνη στην περιοχή». Επανέλαβε ακόμη ότι ο σεβασμός και η διατήρηση του «Status Quo των Ιερών Τόπων στην Ιερουσαλήμ» είναι «υψίστης σημασίας».
Στο ανθρωπιστικό και οικονομικό σκέλος, η Ελλάδα ζήτησε την αποδέσμευση των «παρακρατηθέντων παλαιστινιακών φορολογικών εσόδων», επισημαίνοντας ότι η Παλαιστινιακή Αρχή βρίσκεται «στα πρόθυρα οικονομικής κατάρρευσης». Παράλληλα επανέλαβε τη στήριξή της προς την Παλαιστινιακή Αρχή ως «αξιόπιστο» εταίρο για την ειρήνη και χαιρέτισε τα «απτά βήματα» που έχει κάνει προς μεταρρυθμίσεις.