Η δυναμική της ελληνικής αγοράς αντανακλάται στον ισχυρό μέσο ρυθμό μεταβολής της βιομηχανικής παραγωγής την τελευταία 6ετία, κατά 5,7% ετησίως, ενώ την τελευταία 3ετία έχει επιταχυνθεί σημαντικά, στο 9,9%. Η ώθηση που γνωρίζει ο κλάδος τροφοδοτείται
τόσο από την πλευρά της ζήτησης, καθώς ο βασικός πελάτης, η Βιομηχανία Τροφίμων, ανεβάζει διαρκώς τον πήχη σε θέματα υγιεινής, ασφάλειας αλλά και ελκυστικής εμφάνισης για τον καταναλωτή,
όσο και από την πλευρά της προσφοράς, καθώς η εισαγωγή τεχνολογικών καινοτομιών κάνει πλέον διαθέσιμη μια πληθώρα εφαρμογών.
Πάντως, παρά τις καλές συνθήκες που επικρατούν για την ανάπτυξη του κλάδου, η κάμψη της Βιομηχανικής Παραγωγής τροφίμων το 2005 -και οι γενικά χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης του την τελευταία 6ετία-, η ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων του κλάδου, αλλά και η τάση συγκέντρωσης στον ευρύτερο τομέα της παραγωγής ειδών διατροφής, πιέζουν τα περιθώρια κέρδους και τους ρυθμούς μεταβολής των κερδών.
Τα αποτελέσματα του 2005
Μικτή είναι η εικόνα που εμφανίζουν οι 60 επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον ευρύτερο κλάδο Χάρτινης Συσκευασίας, καθώς οι 36 εμφανίζουν ενίσχυση πωλήσεων και οι 24 υποχώρηση, για το 2005. Η συνολική αξία της αγοράς διαμορφώνεται στα 463 εκατ. ευρώ, ενώ ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης ανά επιχείρηση είναι οριακός, στο 2,8%, ελαφρώς ενισχυμένος όμως σε σχέση με την μέση μεταβολή της 3ετίας 2005/2003, κατά 2,2% ετησίως.
Τα καθαρά προ φόρων κέρδη μειώνονται -3,9% κατά μέσο όρο ανά εταιρεία, οδηγώ-ντας το μέσο καθαρό περιθώριο στο 1,8%, από 2,5% το 2004 και 3% το 2003. Παρόμοια εικόνα κάμψης εμφανίζεται διαχρονικά σε επίπεδο μικτής και λειτουργικής κερδοφορίας. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις, με έσοδα άνω των 3 εκατ. εμφανίζουν ακόμη χαμηλότερο καθαρό περιθώριο, στο 1,4%, έναντι 2,6% στις επιχειρήσεις μεγέθους 1 εκατ. - 3 εκατ. ευρώ. Πτωτικά κινείται την τελευταία 3ετία και η αποδοτικότητα επί των ιδίων κεφαλαίων (RoE), στο 5,6% από 7,7% το 2004.
Το επίπεδο συνολικού δανεισμού στον κλάδο χαρακτηρίζεται στη μελέτη της Hellastat ως υψηλό, καθώς εκτιμάται στο 67,2%, έναντι 51,8% που παρατηρείται στο σύνολο της Ελληνικής Βιομηχανίας. Αυξανόμενος είναι και ο δείκτης των βραχυπρόθεσμων τραπεζικών δανείων επί των πωλήσεων, στο 35,5% το 2005 από 26% το 2002. Η ικανότητα κάλυψης των τόκων εκτιμάται στις 3,2 φορές, ελαφρά βελτιωμένη σε σύγκριση με το 2004.
Η γενική ρευστότητα στον κλάδο είναι περιορισμένη, στο 1,1 και αντίστοιχα χαμηλή είναι η άμεση ρευστότητα, στο 0,87.
Ο εμπορικός κύκλος επεκτείνεται κατά 18 ημέρες το 2005, στους 3 μήνες συνολικά (96 ημέρες στο σύνολο της μεταποίησης), κυρίως λόγω της σημαντικής καθυστέρησης στην είσπραξη των απαιτήσεων, κάθε 180 ημέρες (152 το 2004).



