Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην τελευταία της έκθεση, υπολογίζει πως το ΑΕΠ της Ελλάδας πρόκειται να αυξηθεί κατά 2,3% το 2025 και κατά 2,2% το 2026, με την εν λόγω ανάπτυξη να εκτιμάται πως θα προέλθει από την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, την ολοκλήρωση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς και μέσω άλλων αναπτυξιακών πρωτοβουλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίστοιχα, για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 27), η Commission αναμένει μεγέθυνση σε ποσοστό 1,1% το 2025 και 1,5% το 2026, με τη χώρα μας να εκτιμάται πως θα καταλάβει την 9η και 10η θέση, αντίστοιχα, βάσει ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ, μεταξύ των κρατών – μελών της Ε.Ε.
Σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό, η αποκλιμάκωση συνεχίζεται και το τρέχον έτος. Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) αυξήθηκε κατά 2,7% το 2024 σε σχέση με το 2023 (2023/2022: +3,5%), ενώ κατά το δεκάμηνο του 2025 ο δείκτης παρουσίασε άνοδο 2,5%, σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2024.
Στη συνέχεια αναλύεται η εξέλιξη βασικών οικονομικών μεγεθών των μεγαλύτερων, βάσει κύκλου εργασιών, επιχειρήσεων νομικής μορφής ΑΕ και ΕΠΕ, οι οποίες είναι καταχωρημένες στην ICAP CRIF Database, και προέρχονται από όλους τους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας.
Από τις 5.000 εγχωρίως δραστηριοποιούμενες εταιρείες που σημείωσαν τον υψηλότερο κύκλο εργασιών για το 20233, (και παρουσιάζονται στην έκδοση ΕΟΟ 2026) οι 4.967 έχουν δημοσιεύσει τα οικονομικά τους αποτελέσματα και για το προηγούμενο έτος (2022). Επισημαίνεται πως για να είναι απόλυτα αντιπροσωπευτική και συγκρίσιμη η εξέλιξη των μεγεθών, πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία για τις ίδιες εταιρείες και για τα 2 έτη. Από αυτές τις 4.967 επιχειρήσεις, οι 4.926 (99,2%) προέρχονται από τον Εμπορικό – Βιομηχανικό τομέα κι από τον τομέα Παροχής Υπηρεσιών, ενώ οι λοιπές 41 εταιρείες ανήκουν στον Τραπεζικό κλάδο (17 εταιρείες) και στον κλάδο των Ασφαλειών (24 εταιρείες).
Α. Εταιρικός Τομέας (Βιομηχανία, Εμπόριο, Υπηρεσίες)
Μελετώντας μεμονωμένα τον Μη Χρηματοπιστωτικό τομέα (όλες τις εταιρείες πλην Τραπεζών και Ασφαλειών) παρατηρείται πως ο συνολικός Κύκλος Εργασιών, ο οποίος διαμορφώθηκε στα €217,9 δισ. το 2023, συρρικνώθηκε κατά 3,0% (ήτοι €6,8 δισ.) έναντι του 2022 (€224,8 δισ.). Παρόλα αυτά, εξαιτίας της ακόμα μεγαλύτερης μείωσης του Κόστους Πωλήσεων (-6,4%), οι λογαριασμοί μικτής και λειτουργικής κερδοφορίας εμφάνισαν άνοδο το 2023. Πιο αναλυτικά, τα αθροιστικά Μικτά Κέρδη των 4.926 εταιρειών ανήλθαν σε €49,2 δισ., σημειώνοντας αύξηση 10,4% συγκριτικά με το προηγούμενο έτος, ενώ αξιόλογη είναι και η μεταβολή του Περιθωρίου Μικτών Κερδών, το οποίο διαμορφώθηκε στο 22,6% το 2023, υπερβαίνοντας το αντίστοιχο Περιθώριο του 2022 κατά, περίπου, 3 ποσοστιαίες μονάδες. Ομοίως, αυξημένα κατά 8,5% (δηλαδή €2,0 δισ.) εμφανίστηκαν τα συνολικά EBITDA, τα οποία ξεπέρασαν τα €25 δισ. το 2023, ενώ τα σωρευτικά Λειτουργικά Αποτελέσματα, τα οποία ανήλθαν σε €16,8 δισ., υπερέβησαν κατά 5,3% εκείνα του 2022. Σημειώνεται πως το Περιθώριο EBITDA διαμορφώθηκε στο 11,6% το 2023, ενώ το Περιθώριο Λειτουργικών Κερδών ανήλθε στο 7,7%, με τα αντίστοιχα ποσοστά να ισούνται με 10,4% και 7,1% το 2022. Παρόλα αυτά, η σημαντική μείωση των Μη Λειτουργικών Εσόδων οδήγησε στη συρρίκνωση των Καθαρών (προ Φόρου) Κερδών κατά €527 εκατ. (ή -3,3%) το 2023, τα οποία διαμορφώθηκαν στα €15,3 δισ. (από €15,8 δισ. το 2022), ενώ το Περιθώριό τους παρέμεινε στα επίπεδα του προηγούμενου έτους, δηλαδή στο 7,0%.
Το συνολικό Ενεργητικό των εξεταζόμενων επιχειρήσεων διαμορφώθηκε στα €270,8 δισ. το 2023, παρουσιάζοντας αύξηση 5,7% (ή €14,5 δισ.) συγκριτικά με το προηγούμενο έτος. Το μεγαλύτερο τμήμα αυτής της ανόδου, τόσο ποσοτικά όσο και ποσοστιαία, οφείλεται στη θετική μεταβολή των Καθαρών Παγίων, τα οποία, μάλιστα, κάλυψαν το 57,7% του συνολικού Ενεργητικού το 2023. Συγκεκριμένα, η αξία των Καθαρών Παγίων ξεπέρασε τα €156 δισ. κατά το συγκεκριμένο έτος, υπερβαίνοντας κατά 8,3% την αντίστοιχη αξία του 2022 η οποία ανήλθε στα €144,3 δισ. Το 22,5% του Ενεργητικού αποτέλεσαν οι Απαιτήσεις, οι οποίες διαμορφώθηκαν στα €61,0 δισ. το 2023 παρουσιάζοντας αύξηση 3,5% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ τα Αποθέματα, τα οποία διευρύνθηκαν κατά 7,0%, ανήλθαν στα €27,2 δισ., καταλαμβάνοντας το 10,1% των συνολικών περιουσιακών στοιχείων των 4.926 επιχειρήσεων. Ο μόνος λογαριασμός που μεταβλήθηκε αρνητικά το 2023 ήταν ο Ταμείο – Τράπεζες, ο οποίος σημείωσε πτώση €1,3 δισ. (ή -4,6%) και διαμορφώθηκε στα €26,4 δισ., από €27,6 δισ. το 2022. Μάλιστα, η συρρίκνωση του εν λόγω λογαριασμού είχε ως αποτέλεσμα την πτώση του μεριδίου του στο συνολικό Ενεργητικό στο 9,7% από 10,8% το προηγούμενο έτος.
ναφορικά με τη διάρθρωση του Παθητικού, παρατηρείται πως τα Ίδια Κεφάλαια, τα οποία αυξήθηκαν κατά 7,9% το 2023 διαμορφούμενα στα €110 δισ., αποτέλεσαν το 40,8% του συνόλου, ενώ οι Υποχρεώσεις συγκέντρωσαν το υπόλοιπο 59,2%. Οι συνολικές Υποχρεώσεις ανήλθαν σε €160,2 δισ., ξεπερνώντας κατά €6,5 δισ. (ήτοι 4,2%) αυτές του 2022. Ειδικότερα, οι Βραχυπρόθεσμες Υποχρεώσεις, η αξία των οποίων προσέγγισε τα €86 δισ. το 2023 (2023/22: +2,9%), αποτέλεσαν το 53,6% των συνολικών Υποχρεώσεων (31,7% του Παθητικού), ενώ οι Μεσο-Μακροπρόθεσμες Υποχρεώσεις κάλυψαν το υπόλοιπο 46,4% (27,5% του Παθητικού). Ο εν λόγω λογαριασμός διαμορφώθηκε στα €74,4 δισ. το 2023 υπερβαίνοντας κατά 5,7% (ή €4,0 δισ.) τα €70,4 δισ. του προηγούμενου έτους.
πό τις 4.926 προαναφερθείσες εταιρείες, οι 2.731 (55,4%) έχουν δημοσιεύσει τα οικονομικά τους αποτελέσματα και για το 2024. Ο αθροιστικός Κύκλος Εργασιών των συγκεκριμένων εταιρειών ανήλθε στα €184,4 δισ. το 2024, επιτυγχάνοντας μεγέθυνση ύψους 4,2% σε σχέση με τις Πωλήσεις των ίδιων εταιρειών κατά το προηγούμενο έτος, ενώ και όλοι οι λογαριασμοί κερδοφορίας κινήθηκαν ανοδικά. Συγκεκριμένα, τα Μικτά Κέρδη και τα Λειτουργικά Αποτελέσματα αυξήθηκαν κατά 8,7% και 7,8%, αντίστοιχα, διαμορφούμενα στα €42,0 δισ. και €15,3 δισ. το 2024. Ενδεικτική είναι η ανάπτυξη των συνολικών Κερδών προ Φόρου, τα οποία ξεπέρασαν τα Λειτουργικά Κέρδη το 2024, λόγω της αξιοσημείωτης αύξησης των Μη Λειτουργικών Εσόδων. Συγκεκριμένα, τα Καθαρά Κέρδη ανήλθαν σε €17,3 δισ., καταγράφοντας άνοδο 28,2% το 2024 σε σχέση με το 2023. Μάλιστα, το Περιθώριο Καθαρού Κέρδους αυξήθηκε κατά 2, σχεδόν, ποσοστιαίες μονάδες, προσεγγίζοντας το 9,5% το 2024. Τα EBITDA διευρύνθηκαν κατά 6,9% την ίδια περίοδο, κυμαινόμενα στο ποσό των €22,3 δισ. το 2024.
Αυξητική ήταν και η πορεία όλων των επιμέρους λογαριασμών του Ενεργητικού και του Παθητικού (τα οποία μεγεθύνθηκαν κατά 7,2%, διαμορφούμενα στα €224,9 δισ. το 2024) χωρίς να παρατηρείται κάποια σοβαρή μεταβολή των μεριδίων που καταλαμβάνουν. Τη μεγαλύτερη συνεισφορά στο Ενεργητικό είχαν τα Καθαρά Πάγια (58,6%) το 2024, ενώ ακολούθησαν οι Απαιτήσεις, τα Αποθέματα και τα Ταμειακά Διαθέσιμα, με μερίδια 22,0%, 10,3% και 9,1%, αντίστοιχα. Σχετικά με τη διάρθρωση του Παθητικού, τα Ίδια Κεφάλαια κατέλαβαν το 38,4%, με το υπόλοιπο 61,6% να αφορά τις Υποχρεώσεις, οι οποίες ήταν σχεδόν ισόποσα κατανεμημένες σε Βραχυπρόθεσμες (30,8% του Παθητικού) και ΜεσοΜακροπρόθεσμες (30,7%)
Β. Τραπεζικός Κλάδος
Εξετάζοντας τα αποτελέσματα των 17 εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον Τραπεζικό κλάδο και δημοσίευσαν οικονομικά στοιχεία για τη διετία 2022 – 2023, παρατηρείται ότι το σύνολο των Τόκων κι Εξομοιούμενων Εσόδων, σχεδόν, διπλασιάστηκε το 2023 και ανήλθε στα €13,7 δισ. από €7,2 δισ. το 2022 (2023/2022: +90,2%). Η αντίστοιχη μεταβολή των Τόκων κι Εξομοιούμενων Εξόδων, παρότι ποσοστιαία ήταν πολύ υψηλότερη (188,2%), ποσοτικά ήταν χαμηλότερη σε σχέση με αυτή των Εσόδων (€4,0 δισ. έναντι €6,5 δισ.), με αποτέλεσμα ο λογαριασμός Τόκοι κι Εξομοιούμενα Έσοδα μείον Έξοδα να παρουσιάσει άνοδο ύψους €2,5 δισ. (49,1%). Ωστόσο, παρά τη σημαντική αυτή μεταβολή, η συρρίκνωση κατά 39,0% (ή -1,7 δισ.) των Λοιπών Λειτουργικών Εσόδων, είχε ως αποτέλεσμα τη μικρότερη, σε σχέση με τις προαναφερθείσες μεταβολές, αύξηση των Καθαρών (προ Φόρου) Αποτελεσμάτων, η οποία διαμορφώθηκε στο 17,5% (δηλαδή €735,1 εκατ.). Σημειώνεται ότι τα εν λόγω Αποτελέσματα ανήλθαν σε €4,9 δισ. το 2023.
Το συνολικό Ενεργητικό των 17 τραπεζών διαμορφώθηκε στα €303,6 δισ. το 2023 σημειώνοντας πτώση 2,8% σε σχέση με το 2022, με τη μεγαλύτερη συρρίκνωση, ύψους €15,5 δισ. (34,1%) να προέρχεται από το λογαριασμό Ταμείο και Διαθέσιμα στην Κεντρική Τράπεζα. Αντίθετα, η υψηλότερη αύξηση εντοπίστηκε στα Χρεόγραφα (€7,7 δισ.), ενώ οι Απαιτήσεις κατά Πελατών/Χορηγήσεις, οι οποίες μειώθηκαν οριακά (-0,1%), αποτέλεσαν το 48,0% του συνολικού Ενεργητικού.
Αναφορικά με το Παθητικό, το 85,0% του συνόλου καλύφθηκε από τις Υποχρεώσεις (€258,1 δισ. το 2023, έναντι €271,0 δισ. το 2022), εκ των οποίων το 82%, περίπου, (69% του Παθητικού) αποτελείτο από τις Καταθέσεις. Ποσοστό 13,4% του Παθητικού απέσπασαν τα Ίδια Κεφάλαια, τα οποία παρουσίασαν αύξηση 12,7% το 2023, διαμορφούμενα στα €40,5 δισ.
Για τη διετία 2023 – 2024 υπάρχουν δημοσιευμένα αποτελέσματα για 15 τράπεζες, για τις οποίες παρατηρείται αύξηση των Τόκων κι Εξομοιούμενων Εσόδων κατά 12,5% (€15,2 δισ. το 2024). Αύξηση σημειώθηκε, επίσης, στους λογαριασμούς Τόκοι κι Εξομοιούμενα Έσοδα μείον Έξοδα και Καθαρά (προ Φόρου) Αποτελέσματα, οι οποίοι διαμορφώθηκαν σε €7,7 δισ. και €5,7 δισ. το 2024, καταγράφοντας άνοδο 2,7% και 15,7%, αντίστοιχα.
Το Ενεργητικό ανήλθε στα €315,6 δισ., παρουσιάζοντας άνοδο 4,8%, με τη μεγαλύτερη αύξηση να προέρχεται από το λογαριασμό Απαιτήσεις κατά Πελατών (€12,3 δισ.) και τη μεγαλύτερη πτώση (€8,5 δισ.) να εντοπίζεται στο λογαριασμό Ταμείο – Διαθέσιμα στην Κεντρική Τράπεζα. Μάλιστα, ο πρώτος αποτέλεσε και τη συνιστώσα με την υψηλότερη επίδραση (49,6%) στο συνολικό Ενεργητικό, ενώ οι Υποχρεώσεις οι οποίες αυξήθηκαν κατά 3,9%, διαμορφούμενες στα €266,8 δισ. συγκέντρωσαν το 84,5% του Παθητικού. Τα Ίδια Κεφάλαια κινήθηκαν, επίσης, ανοδικά προσεγγίζοντας τα €44 δισ. από €39,7 δισ. το προηγούμενο έτος (+10,6%).
Γ. Ασφαλιστικός Κλάδος
Τέλος, αναφορικά με τα αποτελέσματα των 24 επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον Ασφαλιστικό κλάδο (2022 – 2023), σημειώνεται πως τα συνολικά Γενικά Έσοδα αυξήθηκαν κατά €847,6 εκατ. (ή 46,3%), διαμορφούμενα στα €2,7 δισ. το 2023. Όμως, παρά την εν λόγω αύξηση και παρότι το Μικτό Κέρδος κινήθηκε, επίσης, ανοδικά (2023/2022: +37,8%) το 2023, προσεγγίζοντας τα €362 εκατ., τα Λειτουργικά Κέρδη συρρικνώθηκαν σε μεγάλο βαθμό, παρουσιάζοντας απώλειες της τάξης των €145 εκατ. Η μεταβολή αυτή οφείλεται στη σημαντική μείωση των Λοιπών Λειτουργικών Εσόδων (-65,0%) και ταυτόχρονα, στην αξιοσημείωτη διεύρυνση των Λοιπών Λειτουργικών Εξόδων (+67,7%).
Επισημαίνεται πως για το 2023, αντίθετα με το προηγούμενο έτος, τα Καθαρά (προ Φόρου) Αποτελέσματα των εξεταζόμενων εταιρειών ταυτίστηκαν με τα Λειτουργικά Αποτελέσματα, διαμορφούμενα στα €61,5 εκατ., παρουσιάζοντας πτώση 75,5% συγκριτικά με το 2022. Η αξία του συνολικού Ενεργητικού ανήλθε στα €14,1 δισ. το 2023, παρουσιάζοντας μεγέθυνση 17,6%, ενώ από τους επιμέρους λογαριασμούς, τη μεγαλύτερη, ποσοτικά, άνοδο παρουσίασαν οι Λοιπές Χρηματοοικονομικές Επενδύσεις που αυξήθηκαν κατά €1,5 δισ., προσεγγίζοντας τα €11,5 δισ. Ο μόνος λογαριασμός του Ενεργητικού που παρουσίασε πτώση το 2023 ήταν τα Διαθέσιμα που διαμορφώθηκαν στα €436,8 εκατ., μειωμένα κατά 15,6%.
Σχετικά με το Παθητικό, οι Υποχρεώσεις & Προβλέψεις (το 95,3% εκ των οποίων αφορούσε τις Βραχυπρόθεσμες Υποχρεώσεις) ανήλθαν στα €11,8 δισ., σημειώνοντας άνοδο 16,2% συγκριτικά με το προηγούμενο έτος και καλύπτοντας το 84,0% του Παθητικού. Το υπόλοιπο 16,0% προήλθε από τα Ίδια Κεφάλαια, τα οποία αυξήθηκαν κατά 25,3% το 2023, διαμορφούμενα στα €2,3 δισ.
Για την περίοδο 2023 – 2024 υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για 13 εταιρείες του εξεταζόμενου κλάδου, τα Γενικά Έσοδα των οποίων αυξήθηκαν κατά 17,3% και ανήλθαν στα €2,8 δισ. το 2024. Τα Μικτά Κέρδη διευρύνθηκαν κατά 57,0% (δηλαδή €164,8 εκατ.), διαμορφούμενα στα €453,8 εκατ. Τα Λειτουργικά Αποτελέσματα, καθώς και τα Καθαρά (προ Φόρου) Κέρδη μεγεθύνθηκαν κατά, περίπου, €169 εκατ. (κάθε λογαριασμός), υπερβαίνοντας τα €203 εκατ. το 2024.
Το συνολικό Ενεργητικό ανήλθε στα €13,7 δισ., σημειώνοντας ανάπτυξη 3,4%, η οποία οφείλεται, κυρίως, στην κατά 5,3% (ή κατά €575,2 εκατ.) άνοδο των Λοιπών Χρηματοοικονομικών Επενδύσεων, οι οποίες ξεπέρασαν τα €11 δισ., αποτελώντας το 83,5% του συνόλου. Αντίστοιχα, οι Υποχρεώσεις, οι οποίες διαμορφώθηκαν στα €11,8 δισ. το 2024 (2024/2023: +3,6%), κάλυψαν το 86,4% του Παθητικού, με το υπόλοιπο 13,6% να αφορά τα Ίδια Κεφάλαια, τα οποία σημείωσαν άνοδο 2,4% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ανερχόμενα στα €1,9 δισ.
Ο Νικήτας Κωνσταντέλλος Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος του ομίλου εταιρειών ICAP CRIF δήλωσε σχετικά:
«Η Ελληνική οικονομία κινήθηκε ανοδικά και το 2025, με το ΑΕΠ να καταγράφει αύξηση της τάξης του 2% κατά τα 3 πρώτα τρίμηνα του έτους, επιβεβαιώνοντας τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, βάσει των οποίων ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας υπερβαίνει τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παράλληλα, ο πληθωρισμός παρουσιάζει σημάδια περαιτέρω αποκλιμάκωσης, καθώς το 2025 αυξήθηκε κατά 2,5%, έναντι ανόδου 2,7% το 2024 και 3,5% το 2023.
Η φετινή έκδοση του επιχειρηματικού οδηγού The Greek Financial Directory περιλαμβάνει τις 5.000 μεγαλύτερες επιχειρήσεις της Ελλάδας βάσει του Κύκλου Εργασιών τους. Στην έκδοση παρουσιάζεται ανάλυση των οικονομικών αποτελεσμάτων των συγκεκριμένων επιχειρήσεων σύμφωνα με τις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις τους.
Αναφορικά με τα οικονομικά αποτελέσματα του 2024, παρατηρείται άνοδος 4,2% σε όρους Πωλήσεων και 28,2% σε όρους Καθαρής Κερδοφορίας των Ελληνικών επιχειρήσεων πλην του χρηματοπιστωτικού τομέα. Οι Τράπεζες σημείωσαν αύξηση 12,5% στα Έσοδα και 15,7% στα Καθαρά Κέρδη, ενώ τα Έσοδα των Ασφαλιστικών επιχειρήσεων διευρύνθηκαν κατά 17,3% και τα Καθαρά (προ φόρου) Κέρδη τους, σχεδόν, εξαπλασιάστηκαν.
Συνολικά, τα ευρήματα της οικονομικής ανάλυσης καταδεικνύουν πως η Ελληνική επιχειρηματική κοινότητα, παρά τις προκλήσεις που υφίσταται, παραμένει ανθεκτική και προσαρμοστική.
Δρώντας σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον και υπό τις παρούσες αβέβαιες διεθνείς συγκυρίες, οι Ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται να επενδύσουν στην ενσωμάτωση νέων και πράσινων τεχνολογιών όχι απλώς ως επιλογή, αλλά ως στρατηγική αναγκαιότητα. Η προσαρμοστικότητα, η καινοτομία και η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας και της ανταγωνιστικότητας και επιδρούν καθοριστικά στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη των επιχειρήσεων και εν γένει, της Ελληνικής οικονομίας».



