Όπως υποστήριξε ο εισηγητήςστην πολύωρη συνεδρίασητου ανωτάτουακυρωτικού δικαστηρίου (προήδρευσεο αντιπρόεδρος του ΣτΕκ. Κ . Μενουδάκος):
ΗVODAFONE όταν ανακάλυψε το παράνομο λογισμικό όφειλε να ενημερώσει άμεσα όχι μόνον τις εισαγγελικές αρχές αλλά και την ίδια την ΑΔΑΕ, η οποία εκ του Συντάγματος ασκεί εποπτεία για το απόρρητο των επικοινωνιών, ώστε να εκπληρώσει επίκαιρα και αποτελεσματικά τον συνταγματικό σκοπό της μέσω των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της. Ακόμη και αν η εταιρεία δέχθηκε υψηλή κυβερνητική οδηγία να παραμείνει το θέμα μυστικό λόγω των ανακρίσεων (και γι' αυτό δεν ενημέρωσε την ΑΔΑΕ), μια τέτοια εντολή δεν θα ήταν σύννομη. Δεν είναι δυνατόν και με οποιαδήποτε αιτιολογία ένα λογισμικό τόσο επικίνδυνο για το απόρρητο των επικοινωνιών τεραστίου αριθμού χρηστών να μη βρίσκεται αυτούσιο στη διάθεση μιας ανεξάρτητης αρχής, στην οποία το Σύνταγμα έχει αναθέσει τη διασφάλιση θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.
Διατυπώνοντας την ίδια άποψη με την Επιτροπή Αναστολών, ο κ. Ράμμος που είχε απορρίψει αίτηση αναστολής της VODAFONE, ήταν κατηγορηματικός ως προς το ότι η αφαίρεση του παράνομου λογισμικού από την εταιρεία συνιστά σοβαρή παράβαση, αφού στέρησε τη δυνατότητα από την ΑΔΑΕ να κατάσχει εγκαίρως κρίσιμο αποδεικτικό υλικό για τον εντοπισμό των δραστών.
Αντίθετα, όσον αφορά το πρόστιμο των 7.636.000 ευρώ που επέβαλε η ΑΔΑΕ στην Ericsson, ο κ. Ράμμος πρότεινε να ακυρωθεί για τυπικούς λόγους, με βασικό επιχείρημα ότι η εταιρεία δεν είναι πάροχος τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών αλλά προμηθευτής συστημάτων λογισμικού, ο οποίος δεν έχει υποχρέωση να προτατεύει διαρκώς και συστηματικά τα προσφερόμενα προϊόντα του από τον κίνδυνο αθέμιτης χρήση τους.



