• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
ΚΕΦΙΜ: Τα «κλειδιά» για την ενεργειακή μετάβαση σε Ελλάδα-Ευρώπη
10:57 - 25 Φεβ 2025

ΚΕΦΙΜ: Τα «κλειδιά» για την ενεργειακή μετάβαση σε Ελλάδα-Ευρώπη

Την πορεία της ενεργειακής μετάβασης στην Ελλάδα και την Ευρώπη, και τα αναγκαία επόμενα βήματα που αφορούν την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας και τις επενδύσεις στα πεδία της αποθήκευσης ενέργειας και των δικτύων διανομής, αποτυπώνει η μελέτη που δημοσιεύει το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών σε συνεργασία με το δίκτυο δεξαμενών σκέψης EPICENTER.  

Σύμφωνα με τα πορίσματα της μελέτης, η Ελλάδα καταγράφει σταθερή πρόοδο στη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα, με τη χώρα να ξεπερνά τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό μέσο όρο το 2023. Η Ελλάδα αύξησε το μερίδιο συμμετοχής των ΑΠΕ στο μείγμα ενέργειας κατά 61% (ή 9,6 ποσοστιαίες μονάδες) από το 2014 στο 2023, με την επίδοση αυτή να την κατατάσσει στην 7η υψηλότερη θέση ως προς τη μεταβολή του μεριδίου συμμετοχής των ΑΠΕ στο μείγμα ενέργειας για την περίοδο αναφοράς ανάμεσα σε 36 ευρωπαϊκές χώρες. Ως προς το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, η μέση τιμή (σε μονάδες αγοραστικής δύναμης) το πρώτο εξάμηνο του 2024 στην Ελλάδα για κατανάλωση 2.500–4.999 kWh διαμορφώθηκε πριν τους φόρους στα 0,24 €/kWh (17η θέση μεταξύ 29 χωρών) και μετά τους φόρους 0,29 €/kWh (16η θέση).

Όπως σημειώνει η μελέτη, για τα νοικοκυριά οι αυξήσεις των τιμών έδειξαν ότι η απελευθέρωση δεν απέφερε άμεσα οφέλη στους καταναλωτές. Μάλιστα τονίζεται ότι επιτυχία της απελευθέρωσης εξαρτάται από το επίπεδο του ανταγωνισμού και την ποιότητα των ρυθμιστικών πολιτικών, σε συνδυασμό με τις απαραίτητες πολιτικές στήριξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για μια πιο πράσινη και αποδοτική αγορά.

«Όπως διαπιστώνουν οι Μπέντσος & Παπαχαραλάμπους σε σχετική ανάλυση τους το 2024, η αγορά ενέργειας στην Ελλάδα παρουσιάζει έντονη συγκέντρωση” αναφέρει η μελέτη του Κέντυους που προσθέτει: “Στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ένας συμμετέχων κατέχει το 55,6% της αγοράς, ενώ μόνο πέντε εταιρείες ελέγχουν άνω του 5%.

Στην αγορά του φυσικού αερίου, δύο μεγάλες εταιρείες κατέχουν το 64,8% της αγοράς, ενώ οι υπόλοιποι συμμετέχοντες έχουν πολύ μικρότερα μερίδια. Αυτή η συγκέντρωση περιορίζει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει την ευχέρεια των καταναλωτών να επωφεληθούν από μειώσεις τιμών».

Δομή της αγοράς

Σύμφωνα με όσα σημειώνει η μελέτη, “οι αγορές ηλεκτρικής ενέργειας στην χονδρική έχουν σχεδιαστεί για να εξασφαλίζουν την παραγωγή της απαιτούμενης ενέργειας στο χαμηλότερο δυνατό κόστος. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω ανταγωνιστικών μηχανισμών υποβολής προσφορών, όπου οι παραγωγοί καταθέτουν συνδυασμούς ποσοτήτων και τιμών. Οι προσφορές κατατάσσονται βάσει του οριακού κόστους και επιλέγονται οι φθηνότερες.

Στις αγορές επόμενης μέρας, οι τιμές καθορίζονται από την οριακή τιμή του συστήματος, η οποία πληρώνεται σε όλους τους παραγωγούς που επιλέχθηκαν. Αυτός ο μηχανισμός έχει αποδειχθεί αποτελεσματικός, αλλά πρόσφατα τέθηκε υπό εξέταση στην ΕΕ λόγω δύο παραγόντων: αφενός, η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ με μηδενικό οριακό κόστος έχει μεταβάλει τη δυναμική της αγοράς, και αφετέρου, η αυξημένη μεταβλητότητα των τιμών έχει προκαλέσει ανησυχίες για την ασφάλεια του εφοδιασμού.

Η διατήρηση του ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας είναι κρίσιμη για τη βελτίωση της αποδοτικότητας, την ενθάρρυνση της καινοτομίας και την υποστήριξη της ενεργειακής μετάβασης. Ωστόσο, απαιτούνται βελτιώσεις στον σχεδιασμό της αγοράς, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι μηχανισμοί αυτοί θα λειτουργούν αποτελεσματικά υπό τις νέες αυτές συνθήκες.”

Το φυσικό αέριο

Παράλληλα η μελέτη εστιάζει στο φυσικό αέριο. Όπως αναφέρει, «οι αγορές φυσικού αερίου απελευθερώθηκαν με επιτυχία τη δεκαετία του 2000, με ορισμένες εξαιρέσεις στον τομέα της λιανικής. Ενώ αρχικά υπήρχε η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η ζήτηση φυσικού αερίου θα συνέχιζε να αυξάνεται στο άμεσο μέλλον, πλέον είναι σαφές ότι η ζήτηση στην ΕΕ μειώνεται, με το 2023 να καταγράφει πτώση της τάξεως του 7,4%.

Η πτώση αυτή οφείλεται στην αυξανόμενη ενεργειακή απόδοση, την ηλεκτροκίνηση, την ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη μείωση της ενεργοβόρας βιομηχανίας στην Ευρώπη.

Παρ’ όλα αυτά, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να διαδραματίζει, και για ένα διάστημα θα συνεχίσει να διαδραματίζει, κεντρικό ρόλο στο ενεργειακό μείγμα της ΕΕ».

Τα βασικά πορίσματα της μελέτης:

  • Η σημαντική μείωση της χρήσης άνθρακα, ιδιαίτερα μετά το 2010, αντανακλά τη δέσμευση της Ελλάδας για απανθρακοποίηση και μείωση των εκπομπών CO₂. Παράλληλα, το φυσικό αέριο έχει εδραιωθεί ως "μεταβατική" πηγή ενέργειας, ενώ οι ΑΠΕ, αν και ενισχύουν την προσφορά, χρειάζονται καλύτερη ενσωμάτωση στο δίκτυο.
  • Η Ελλάδα καταγράφει σταθερή πρόοδο στη συμμετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα. Από το 2014 έως το 2019 υπολειπόταν του μέσου όρου της ΕΕ-27, ενώ από το 2020 και έπειτα καταγράφεται σύγκλιση, με τη χώρα να ξεπερνά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο το 2023. Η Ελλάδα αύξησε το μερίδιο συμμετοχής των ΑΠΕ στο μείγμα ενέργειας κατά 61% (ή 9,6 ποσοστιαίες μονάδες) από το 2014 στο 2023. Οι επιδόσεις αυτές την κατατάσσουν στην 7η υψηλότερη θέση ως προς τη μεταβολή του μεριδίου συμμετοχής των ΑΠΕ στο μείγμα ενέργειας για την περίοδο αναφοράς ανάμεσα σε 36 ευρωπαϊκές χώρες, και αντίστοιχα στη 10η υψηλότερη θέση ως προς την αύξηση σε ποσοστιαίες μονάδες.
  • Σε ό,τι αφορά τη συμμετοχή των ΑΠΕ στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, η Ελλάδα σημείωσε σημαντική πρόοδο την περίοδο 2014-2023. Μέχρι το 2021, η χώρα βρισκόταν κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, αλλά έκτοτε τον ξεπέρασε, φτάνοντας το 2023 να καταγράφει επίδοση κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη του μέσου όρου. Με ποσοστό 48%, κατέλαβε την 14η θέση ανάμεσα σε 34 ευρωπαϊκές χώρες, ενώ με αύξηση 120% από το 2014, κατατάχθηκε 11η στην αντίστοιχη μεταβολή.
  • Απαιτούνται επενδύσεις για αναβάθμιση δικτύου, ανάπτυξη τεχνολογιών αποθήκευσης και ευέλικτη διαχείριση ζήτησης, για τη μείωση του ποσοστού της παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ που χάνεται (3,3% στην Ελλάδα το 2024) επειδή υπερκαλύπτει τη ζήτηση.
  • Ο βαθμός ενεργειακής εξάρτησης της Ελλάδας από τις εισαγωγές το 2022 ήταν ο 5ος μεγαλύτερος στην ΕΕ, με το 79,5% της συνολικής ενέργειας που καταναλώθηκε στη χώρα να καλύπτεται μέσω εισαγωγών, και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να βρίσκεται στο 62,55%.
  • Η μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας (σε μονάδες αγοραστικής δύναμης) στην Ελλάδα για κατανάλωση 2.500–4.999 kWh παραμένει κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά την περίοδο 2007–2024. Το 2022, χωρίς φόρους και επιδοτήσεις, ανήλθε στα 0,55 €/kWh, ενώ με επιδοτήσεις μειώθηκε στα 0,29 €/kWh. Στο πρώτο εξάμηνο του 2024, η τιμή πριν τους φόρους ήταν 0,24 €/kWh (17η θέση μεταξύ 29 χωρών) και μετά τους φόρους 0,29 €/kWh, με επιβάρυνση 0,05 €/kWh (16η θέση).
  • Στην Ελλάδα, η ένταση ενέργειας (ενεργειακή απόδοση μιας οικονομίας) το 2023 έφτασε τα 84,13 κιλά ισοδύναμου πετρελαίου ανά 1.000 ευρώ ΑΕΠ, επίδοση 2 μονάδες χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η χώρα κατέλαβε την 14η θέση ενεργειακής απόδοσης, γεγονός που συνδέεται με τον περιορισμένο αριθμό ενεργοβόρων βιομηχανιών και την κυριαρχία του τομέα των υπηρεσιών στην οικονομία.
  • Ένα μείγμα πολιτικών αποδοτικότερης ενεργειακής στρατηγικής θα περιελάμβανε τη σταδιακή κατάργηση της ρύθμισης των τιμών, την ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές ενέργειας, την ισχυρή ανάπτυξη των ΑΠΕ, καθώς και την ανάπτυξη των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.


Ο Γενικός Διευθυντής του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας έκανε την ακόλουθη δήλωση: «Η ενεργειακή μετάβαση είναι ένα μείζον στοίχημα τόσο για την Ελλάδα, όσο και για την Ευρωπαϊκή Ένωση ευρύτερα. Η βιωσιμότητα αυτής της κρίσιμης διαδικασίας έχει ξεκάθαρες προϋποθέσεις: την ωρίμανση και την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας και την επένδυση στις τεχνολογίες αποθήκευσης ενέργειας και στα δίκτυα διανομής. Μόνο έτσι θα αυξηθεί η ενεργειακή αυτονομία της ΕΕ και η αποτελεσματικότητα στη χρήση των ΑΠΕ ώστε συνεπακόλουθα να μειωθεί σημαντικά το κόστος της ενέργειας για νοικοκυριά, βιομηχανία και επιχειρήσεις».