Η συμφωνία της ΔΕΗ με την Amazon Web Services δίνει μία νέα διάσταση στην προσπάθεια αυτή, ενώ ούτως ή άλλως η στρατηγική γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η σύνδεσή της με διεθνή υποθαλάσσια καλωδιακά δίκτυα, η αναβάθμιση των τηλεπικοινωνιακών υποδομών και η επάρκεια ενεργειακών υποδομών έχουν καταστήσει τη χώρα ελκυστικό προορισμό για διεθνείς ομίλους. Ανάμεσα σε αυτούς και οι Digital Realty, Microsoft, Data4.
Η ΔΕΗ από κοινού με την Amazon Web Services επιχειρεί να δημιουργήσει ένα νέο παραγωγικό μοντέλο στη Δυτική Μακεδονία, με επίκεντρο την ανάπτυξη ενός mega data center στην περιοχή του πρώην ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Όπως έγραφε το «R» σε προηγούμενο αναλυτικό ρεπορτάζ, η επένδυση, συνολικού ύψους περίπου 2,3 δισ. ευρώ στην πρώτη φάση, φέρνει την Κοζάνη πιο κοντά στον παγκόσμιο χάρτη των μεγάλων ψηφιακών υποδομών και συνδέει για πρώτη φορά τόσο άμεσα την ενεργειακή μετάβαση της περιοχής με την οικονομία του cloud και της τεχνητής νοημοσύνης.
Το μέγεθος της ελληνικής αγοράς
Τα αριθμητικά δεδομένα αποδεικνύουν πως η ελληνική αγορά παραμένει μικρότερη από τις ώριμες ευρωπαϊκές αγορές, αλλά ταχέως αναπτυσσόμενη.
Ωστόσο, η διείσδυση της ΤΝ έχει συμβάλει στην ενίσχυση της ζήτησης κέντρων δεδομένων μεγάλης χωρητικότητας ως προς τη διαθέσιμη ηλεκτρική τους ισχύ, την πυκνότητα υπολογισμού και τη δυνατότητα διασύνδεσης, αφού τα μοντέλα ΤΝ απαιτούν ισχυρούς επεξεργαστές και κάνουν μεγάλη κατανάλωση σε ενέργεια.
Με βάση τα στοιχεία του Data Center Atlas, στην ελληνική αγορά καταγράφονται συνολικά 22 εγκαταστάσεις data centers, εκ των οποίων περίπου 20 βρίσκονται ήδη σε λειτουργία, ενώ νέα δυναμικότητα της τάξης των 90 MW βρίσκεται είτε στο στάδιο του σχεδιασμού είτε σε φάση ανάπτυξης.
Σύμφωνα με καταγραφή της Enterprise Greece, η χώρα μας έχει ήδη 18 κέντρα δεδομένων, με 11 εγκαταστάσεις στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής, 5 στη Θεσσαλονίκη και από μία σε Κρήτη και Θεσσαλία. Η αριθμητική διαφορά οφείλεται κατά βάση στον τρόπο καταγραφής των data centers· στον αν θα υπολογιστούν, δηλαδή, ξεχωριστά τα κτίρια, τα campuses ή υπό κατασκευή υποδομές.
Το «διαφορετικό» data center της Κρήτης
Κρίσιμο σημείο για την ελληνική αγορά ήταν η εξαγορά της Lamda Hellix από την Digital Realty το 2020. Η Lamda Hellix είχε δημιουργήσει τα πρώτα οργανωμένα data centers στην Ελλάδα, ενώ μετά την εξαγορά το δίκτυο αναπτύχθηκε περαιτέρω και διασυνδέθηκε με το διεθνές οικοσύστημα.
Πλέον στην Αττική λειτουργούν τα Athens 1, Athens 2 και Athens 3, ενώ ετοιμάζονται τα Athens 4 και το Athens 5. Στο Ηράκλειο της Κρήτης, από τον Απρίλιο του 2025, λειτουργεί το Heraklion 1, το πρώτο carrier-neutral data center του νησιού, με αρχική υπολογιστική ισχύ 1 MW και δυνατότητα επέκτασης έως τα 10 MW. Μάλιστα, ο ευρύτερος σχεδιασμός προβλέπει δυνατότητα ανάπτυξης έως 6,5 MW εγκατεστημένου φορτίου ΙΤ.
Το κέντρο σχεδιάζεται να λειτουργήσει ως σημείο διασύνδεσης για τηλεπικοινωνιακούς παρόχους, εταιρείες cloud και επιχειρήσεις που απαιτούν υψηλές ταχύτητες και χαμηλή καθυστέρηση στη μεταφορά δεδομένων, καθώς και εναλλακτικές οδεύσεις για την αποφυγή εξάρτησης από συγκεκριμένες διαδρομές. Παράλληλα, η σύνδεση ή η προοπτική σύνδεσης παρόχων συνδεσιμότητας και υποθαλάσσιων καλωδιακών συστημάτων ενισχύει περαιτέρω τη θέση της Κρήτης στον χάρτη των διεθνών δικτύων δεδομένων.
Ένας από τους παλαιότερους «παίκτες» της ελληνικής αγοράς
Η Sparkle, με παρουσία στην Ελλάδα από το 2001, αποτελεί έναν από τους παλαιότερους «παίκτες» της αγοράς data centers. Διαθέτει τέσσερις εγκαταστάσεις σε Αθήνα και Κρήτη, συνολικής ισχύος 13,7 MW και έκτασης περίπου 14.000 τ.μ., συνδυάζοντας υπηρεσίες φιλοξενίας με τηλεπικοινωνιακές υποδομές, ιδιόκτητο δίκτυο οπτικών ινών και διεθνές backbone. Μέσω του Aegean Network και του δικτύου Seabone, παρέχει πρόσβαση σε διεθνείς διαδρομές δεδομένων, cloud providers και τηλεπικοινωνιακούς παρόχους, ενισχύοντας παράλληλα τον ρόλο της Κρήτης στη διεθνή συνδεσιμότητα.
Microsoft και Data4 στην Ανατολική Αττική
Σημαντική παρουσία στην ελληνική αγορά έχει και η Microsoft, η οποία από το 2020 αναπτύσσει cloud region στην Αττική, με τρεις εγκαταστάσεις στην περιοχή των Σπάτων και συνολικό προϋπολογισμό περίπου 976 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ. Παρά τις καθυστερήσεις, το έργο ενισχύει τη θέση της Ελλάδας ως προορισμού για κρίσιμες ψηφιακές υποδομές, προσφέροντας δυνατότητες υψηλής διαθεσιμότητας, χαμηλής καθυστέρησης και αποθήκευσης δεδομένων εντός της χώρας.
Στην αγορά εισέρχεται δυναμικά και η γαλλική Data4, με σχέδιο ανάπτυξης τριών data centers και επενδυτικό πλάνο περίπου 300 εκατ. ευρώ. Το πρώτο, στην Παιανία, απευθύνεται σε hyperscalers, cloud providers και επιχειρήσεις, ενώ η αυξανόμενη ζήτηση συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και τις αυξημένες ανάγκες σε ισχύ ανά rack.
Ανάπτυξη με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη
Στη Θεσσαλονίκη, η Lancom αναπτύσσει το Balkan Gate, με στόχο να λειτουργήσει ως κόμβος data center και τηλεπικοινωνιών για τα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ενώ επεκτείνει την παρουσία της και στην Κρήτη με ένα δεύτερο κέντρο δεδομένων.
Την ίδια ώρα, στο εγχώριο οικοσύστημα συμμετέχει και η Synapsecom, με δύο εγκαταστάσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και υπηρεσίες colocation, hosting, cloud και διασυνδέσεων. Η εταιρεία δεν έχει την εμβέλεια ή την επενδυτική ικανότητα διεθνών ομίλων, αλλά παρέχει υπηρεσίες colocation, hosting, cloud, διασυνδέσεων και τηλεπικοινωνιών, απευθυνόμενη κυρίως σε επιχειρήσεις, παρόχους και οργανισμούς που χρειάζονται υποδομές φιλοξενίας και συνδεσιμότητας.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο διατηρούν οι τηλεπικοινωνιακοί όμιλοι, όπως ο ΟΤΕ και η Vodafone, μέσω υποδομών data centers, cloud, hosting και ICT υπηρεσιών, κυρίως για εταιρικούς πελάτες και οργανισμούς.
Η ενέργεια το μεγάλο «στοίχημα» για τα data centers
Η επάρκεια ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί πλέον έναν από τους βασικότερους περιορισμούς για την ανάπτυξη των data centers, καθώς η εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης αυξάνει σημαντικά τις ανάγκες σε ισχύ. Η διαφορά ανάμεσα σε ένα data center 10 MW και ένα hyperscale κέντρο 300 MW δεν είναι μόνο ποσοτική, καθώς απαιτούνται διαφορετικές υποδομές δικτύου, υποσταθμοί, γραμμές μεταφοράς, συστήματα ψύξης και εφεδρική ισχύς.
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικό δυναμικό ΑΠΕ, όμως η παραγωγή από τον ήλιο και τον άνεμο δεν είναι σταθερή. Για τον λόγο αυτό, οι μεγάλες εγκαταστάσεις χρειάζονται συνδυασμό παραγωγής, αποθήκευσης, ενισχυμένων δικτύων και μακροχρόνιων συμβάσεων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Η συμφωνία ΔΕΗ–AWS προβλέπει PPAs από ΑΠΕ, τα οποία μπορούν να προσφέρουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο ενεργειακό κόστος, χωρίς όμως να λύνουν από μόνα τους το ζήτημα της διαθεσιμότητας ηλεκτρικής ενέργειας κάθε ώρα του 24ώρου.
Το ζήτημα της ενέργειας συνδέεται άμεσα και με το πόσα από τα επενδυτικά σχέδια που έχουν ανακοινωθεί θα περάσουν τελικά στο στάδιο της υλοποίησης. Μελέτη της PwC που παρουσιάστηκε τον περασμένο Μάρτιο κατέγραφε ανακοινωμένα πλάνα περίπου 800 MW, ενώ τότε βρίσκονταν υπό κατασκευή εγκαταστάσεις συνολικής ισχύος περίπου 90 MW. Παράλληλα, τα αιτήματα για σύνδεση με το δίκτυο έφταναν σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, γεγονός που αναδεικνύει το χάσμα μεταξύ επενδυτικών σχεδίων και διαθέσιμης ηλεκτρικής υποδομής.
Η Αττική συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος του ενδιαφέροντος, γεγονός που εντείνει τις πιέσεις στο ηλεκτρικό δίκτυο. Αντίθετα, περιοχές όπως η Δυτική Μακεδονία, η Θεσσαλία και η Κεντρική Μακεδονία διαθέτουν μεγαλύτερα περιθώρια ηλεκτρικής ισχύος. Η διαθεσιμότητα ενέργειας, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της. Για να καταστεί μια περιοχή ανταγωνιστική για data centers χρειάζονται επίσης ισχυρές τηλεπικοινωνιακές συνδέσεις, υποδομές ύδρευσης και ψύξης και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η προσπάθεια του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας να θέσει αυστηρότερους κανόνες για την πρόσβαση των data centers στο ηλεκτρικό δίκτυο. Μεταξύ των κριτηρίων που εξετάζονται περιλαμβάνονται εγγυητικές επιστολές και περιβαλλοντικές εγκρίσεις, με στόχο να μην δεσμεύεται ηλεκτρικός χώρος από έργα που δεν διαθέτουν επαρκή προοπτική υλοποίησης.
Το ενεργειακό ζήτημα δεν περιορίζεται, όμως, στη σύνδεση ενός data center με το δίκτυο. Οι μεγάλες εγκαταστάσεις απαιτούν συνεχή ηλεκτροδότηση, ενώ η αυξημένη πυκνότητα ισχύος που απαιτούν οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί μεγαλύτερες ανάγκες ψύξης και κατανάλωσης νερού. Έτσι, η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα είναι να συνδυάσει την ανάπτυξη νέων ψηφιακών υποδομών με επαρκή παραγωγή ΑΠΕ, αποθήκευση, εφεδρείες και ενισχυμένα δίκτυα, ώστε η ζήτηση των data centers να μπορεί να καλύπτεται αξιόπιστα σε συνεχή βάση.



