• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
ΔΕΗ – Amazon: Από τον λιγνίτη στην τεχνητή νοημοσύνη – Ο στόχος για τη μεγάλη αλλαγή στη Δυτική Μακεδονία
09:30 - 18 Σεπ 2026

ΔΕΗ – Amazon: Από τον λιγνίτη στην τεχνητή νοημοσύνη – Ο στόχος για τη μεγάλη αλλαγή στη Δυτική Μακεδονία

Ένα νέο παραγωγικό μοντέλο για τη Δυτική Μακεδονία επιχειρεί να δημιουργήσει η συμφωνία ΔΕΗ και Amazon Web Services (AWS), με επίκεντρο την ανάπτυξη ενός mega data center στην περιοχή του πρώην ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Η επένδυση, συνολικού ύψους περίπου 2,3 δισ. ευρώ στην πρώτη φάση, φέρνει την Κοζάνη πιο κοντά στον παγκόσμιο χάρτη των μεγάλων ψηφιακών υποδομών και συνδέει για πρώτη φορά τόσο άμεσα την ενεργειακή μετάβαση της περιοχής με την οικονομία του cloud και της τεχνητής νοημοσύνης.

Υπενθυμίζεται ότι το δεσμευτικό Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ των δύο ομίλων αποτελεί το αποτέλεσμα πολύμηνων διαπραγματεύσεων και προβλέπει τη δημιουργία data center αρχικής ισχύος 300 MW, με δυνατότητα μελλοντικής επέκτασης έως το 1 GW. Πρόκειται για ένα έργο που, εφόσον προχωρήσει σύμφωνα με τον σχεδιασμό, θα αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις νέας τεχνολογίας που έχουν συνδεθεί μέχρι σήμερα με τη μεταλιγνιτική Δυτική Μακεδονία.

Η πρώτη φάση προβλέπεται να ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2028 και θα αναπτυχθεί σε τέσσερις ανεξάρτητες μονάδες των 75 MW. Η τμηματική ανάπτυξη επιτρέπει την προσαρμογή της επένδυσης στη ζήτηση, ενώ η προοπτική επέκτασης έως το 1 GW αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο για ένα campus πολύ μεγαλύτερης κλίμακας στο μέλλον.

Ένας νέος, μεγάλος πελάτης για τη ΔΕΗ

Για τη ΔΕΗ, η συμφωνία με την AWS δεν αφορά μόνο την ανάπτυξη μιας ακόμη ενεργειακής επένδυσης. Δημιουργεί, με βάση τη διοίκηση, ένα διαφορετικό επιχειρηματικό μοντέλο, στο οποίο η ηλεκτρική ενέργεια συνδυάζεται με την παροχή και αξιοποίηση υποδομών μεγάλης κλίμακας.

Η ΔΕΗ θα διαθέσει την έκταση, τα κτίρια και τις ενεργειακές υποδομές, διατηρώντας την ιδιοκτησία των εγκαταστάσεων. Μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής, η AWS θα μισθώσει το data center για 15 χρόνια, εγκαθιστώντας και λειτουργώντας τον εξοπλισμό πληροφορικής.

Για την ελληνική ενεργειακή εταιρεία, αυτό μεταφράζεται σε μια νέα πηγή μακροχρόνιων εσόδων από τη μίσθωση των υποδομών. Παράλληλα, η AWS θα προμηθεύεται από τη ΔΕΗ την ηλεκτρική ενέργεια που απαιτείται για τη λειτουργία του data center μέσω διμερών συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs). Το μοντέλο αυτό συνδέει, επομένως, δύο διαφορετικές δραστηριότητες: την αξιοποίηση υποδομών και την πώληση ενέργειας σε έναν μεγάλο, σταθερό καταναλωτή.

Τα PPAs και η νέα ενεργειακή εξίσωση

Η παρουσία ενός data center τέτοιας κλίμακας δημιουργεί μια ιδιαίτερα σημαντική και σχετικά σταθερή ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Για τη ΔΕΗ, τα PPAs μπορούν να συνδεθούν με την ανάπτυξη νέων έργων ανανεώσιμων πηγών και συστημάτων αποθήκευσης.

Η εξέλιξη αυτή αποκτά πρόσθετη σημασία σε μια αγορά όπου η αυξημένη διείσδυση ΑΠΕ δημιουργεί ολοένα συχνότερα ώρες πολύ χαμηλών ή ακόμη και αρνητικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Ένας μεγάλος καταναλωτής με σταθερό φορτίο μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στη ζήτηση και να λειτουργήσει ως βασικός αγοραστής ενέργειας για νέες επενδύσεις.

Παράλληλα, όμως, η ενεργειακή τροφοδοσία ενός data center 300 MW αποτελεί από μόνη της ένα σύνθετο τεχνικό εγχείρημα. Και η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη εάν το campus φτάσει στο 1 GW.

Η ανάγκη για συνεχή λειτουργία σημαίνει ότι η εξίσωση δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στην ονομαστική ισχύ φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων. Απαιτούνται λύσεις που θα εξασφαλίζουν ηλεκτροδότηση 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, με συνδυασμό παραγωγής, αποθήκευσης, εφεδρειών, ευελιξίας και κατάλληλων δικτυακών υποδομών.

Το «behind-the-meter» μοντέλο

Κρίσιμο στοιχείο του σχεδιασμού είναι ο τρόπος τροφοδοσίας του data center. Η ηλεκτρική ενέργεια προβλέπεται να παρέχεται απευθείας από μονάδες παραγωγής, μέσω ενός μοντέλου «behind-the-meter», περιορίζοντας την εξάρτηση από το εθνικό ηλεκτρικό δίκτυο.

Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω του μεγέθους του φορτίου. Τα data centers τεχνητής νοημοσύνης και cloud απαιτούν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας με υψηλή διαθεσιμότητα. Η δυνατότητα να συνδυάζεται η παραγωγή με την κατανάλωση στην ίδια ενεργειακή τοποθεσία μπορεί να περιορίσει τις πιέσεις που θα δημιουργούσε ένα τόσο μεγάλο νέο φορτίο στο σύστημα.

Ταυτόχρονα, η λειτουργία αυτή προϋποθέτει ισχυρές εφεδρικές λύσεις και κατάλληλο σχεδιασμό για τις περιόδους κατά τις οποίες η παραγωγή από ΑΠΕ δεν επαρκεί. Επομένως, η ενεργειακή αρχιτεκτονική του έργου θα αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα κατά την περαιτέρω ωρίμανσή του.

Γιατί η Δυτική Μακεδονία

Η επιλογή της περιοχής του πρώην ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου δεν είναι τυχαία. Η Δυτική Μακεδονία διαθέτει χαρακτηριστικά που αποκτούν νέα αξία στην εποχή των data centers: μεγάλες εκτάσεις, βιομηχανικές υποδομές, δίκτυα υψηλής τάσης, ενεργειακή τεχνογνωσία και δυνατότητα ανάπτυξης νέας παραγωγικής ισχύος.

Η ΔΕΗ έχει ήδη σε εξέλιξη στην περιοχή έργα ΑΠΕ και αποθήκευσης συνολικής ισχύος άνω των 3 GW, δημιουργώντας ένα σημαντικό υπόβαθρο για τη νέα ενεργειακή δραστηριότητα.

Εδώ βρίσκεται και μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές που επιχειρείται να συντελεστεί: οι υποδομές που δημιουργήθηκαν επί δεκαετίες για τη λιγνιτική παραγωγή μπορούν να αποκτήσουν νέο ρόλο στην οικονομία της ψηφιακής εποχής.

Η περιοχή δεν καλείται πλέον μόνο να αντικαταστήσει τη λιγνιτική παραγωγή με φωτοβολταϊκά και άλλες μορφές καθαρής ενέργειας. Το ζητούμενο είναι να εξελιχθεί σε έναν τόπο όπου παράγεται, αποθηκεύεται και καταναλώνεται ενέργεια για δραστηριότητες υψηλής τεχνολογίας.

Με αυτή την έννοια, το data center μπορεί να αποτελέσει ένα από τα πρώτα μεγάλης κλίμακας παραδείγματα επαναχρησιμοποίησης της ενεργειακής κληρονομιάς της περιοχής για τις ανάγκες της οικονομίας της τεχνητής νοημοσύνης.

Από το λιγνιτικό πεδίο στο ψηφιακό οικοσύστημα

Το μεγάλο στοίχημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο το μέγεθος της επένδυσης ή τον αριθμό των θέσεων εργασίας. Ο σχεδιασμός προβλέπει περίπου 10.000 θέσεις εργασίας κατά την κατασκευαστική περίοδο και περίπου 1.200 θέσεις κατά τη λειτουργία του mega data center. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο γύρω από τη μεγάλη εγκατάσταση θα δημιουργηθεί ένα ευρύτερο οικοσύστημα δραστηριοτήτων.

Εταιρείες πληροφορικής, τηλεπικοινωνιών, κυβερνοασφάλειας, τεχνικής υποστήριξης, συντήρησης και εξειδικευμένων υπηρεσιών θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέρος μιας νέας αλυσίδας αξίας. Παράλληλα, η σύνδεση της επένδυσης με τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα και το ανθρώπινο δυναμικό της περιοχής θα μπορούσε να ενισχύσει τη διάχυση της τεχνογνωσίας.

Έτσι, το ζητούμενο για τη Δυτική Μακεδονία δεν είναι απλώς να φιλοξενήσει μια τεράστια ενεργοβόρα εγκατάσταση. Είναι να αξιοποιήσει την επένδυση ως αφετηρία για τη δημιουργία νέας ψηφιακής και τεχνολογικής δραστηριότητας με μεγαλύτερη τοπική προστιθέμενη αξία.

Το πλεονέκτημα που γίνεται όλο και πιο πολύτιμο

Σημειώνεται ότι η παγκόσμια ανάπτυξη των data centers συναντά πλέον έναν περιορισμό που δεν αφορά μόνο τη χρηματοδότηση ή τη ζήτηση, αλλά τη διαθεσιμότητα ηλεκτρικής ισχύος.

Σε πολλές αγορές, η πρόσβαση σε επαρκή παραγωγή και σε δίκτυα μεταφοράς αποτελεί πλέον κρίσιμο παράγοντα για το πού μπορεί να εγκατασταθεί ένα νέο data center. Υπό αυτή την έννοια, οι ενεργειακές υποδομές της ΔΕΗ στη Δυτική Μακεδονία αποκτούν μια νέα στρατηγική διάσταση.

Εκτάσεις και εγκαταστάσεις που συνδέονταν μέχρι πρόσφατα με την απόσυρση της λιγνιτικής παραγωγής μπορούν να αξιοποιηθούν για τη φιλοξενία νέων παραγωγικών και ψηφιακών δραστηριοτήτων. Ουσιαστικά η λογική αντιστρέφεται κι έτσι αντί η ενέργεια να παράγεται σε μια περιοχή και να μεταφέρεται σε μεγάλες αποστάσεις προς τα κέντρα κατανάλωσης, ένα μέρος της νέας μεγάλης κατανάλωσης μπορεί να εγκαθίσταται κοντά στα σημεία παραγωγής και στις ισχυρές ενεργειακές υποδομές.

Η τρίτη διάσταση της συμφωνίας: Cloud και AI

Παράλληλα, η συνεργασία ΔΕΗ και AWS αποκτά ακόμη μεγαλύτερη διάσταση από την πρόθεση των δύο πλευρών να διερευνήσουν πολυετή συνεργασία στους τομείς του cloud και της τεχνητής νοημοσύνης. Για τη ΔΕΗ, η κατεύθυνση αυτή εντάσσεται στη στρατηγική ψηφιακού μετασχηματισμού και στη σταδιακή διεύρυνση του επιχειρηματικού της μοντέλου.

Η ανάπτυξη δικτύων οπτικών ινών μέσω της FiberGrid, η δραστηριοποίηση στις ψηφιακές υποδομές και πλέον η συνεργασία με έναν από τους μεγαλύτερους παγκόσμιους παρόχους cloud δημιουργούν ένα διαφορετικό προφίλ για τον όμιλο, ο οποίος επιχειρεί να συνδυάσει την ενέργεια με τις τηλεπικοινωνίες και την τεχνολογία.

Δεν πρόκειται, επομένως, μόνο για μια επένδυση σε ένα data center. Είναι και μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια νέα επιχειρηματική αλυσίδα γύρω από την ενέργεια, τα δεδομένα και την τεχνητή νοημοσύνη.

Οι αστερίσκοι πριν από την υλοποίηση

Παρά τη βαρύτητα της συμφωνίας, το Μνημόνιο Συνεργασίας δεν ταυτίζεται με την τελική επενδυτική απόφαση. Υπογραμμίζεται ότι η υλοποίηση του έργου προϋποθέτει την ολοκλήρωση των οριστικών εμπορικών και τεχνικών συμφωνιών, τους απαραίτητους ελέγχους, την εξασφάλιση των απαιτούμενων συνδέσεων και την ολοκλήρωση των αδειοδοτικών διαδικασιών.

Ιδιαίτερη πρόκληση αποτελεί η ενεργειακή διάσταση του εγχειρήματος. Ένα φορτίο 300 MW απαιτεί συνεχή και αξιόπιστη ηλεκτροδότηση, ενώ η πιθανή μελλοντική ανάπτυξη στο 1 GW ανεβάζει ακόμη περισσότερο τις απαιτήσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να εξεταστούν ζητήματα αποθήκευσης και εφεδρείας, η επάρκεια των δικτυακών υποδομών, η περιβαλλοντική διάσταση του έργου και ειδικότερα η κατανάλωση νερού που συνδέεται με τα συστήματα ψύξης. Το πώς θα επιλυθούν αυτές οι παράμετροι θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό και την τελική μορφή του project.

Η νέα εποχή για τη Δυτική Μακεδονία

Αξίζει να σημειωθεί ότι το συνολικό δυνητικό επενδυτικό πρόγραμμα που συνδέεται με τη ΔΕΗ και τα ενεργειακά έργα στην περιοχή, μαζί με το data center, ανέρχεται σε περίπου 5,75 δισ. ευρώ. Το μέγεθος αυτό δείχνει την κλίμακα της αλλαγής που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Η πραγματική σημασία της συμφωνίας, ωστόσο, θα κριθεί πέρα από τα δισεκατομμύρια και τις εγκατεστημένες ισχείς. Θα κριθεί από το εάν η Δυτική Μακεδονία θα μπορέσει να μετατρέψει την ενεργειακή της κληρονομιά σε πλεονέκτημα για την επόμενη οικονομική της ημέρα.

Από τα ορυχεία και τις λιγνιτικές μονάδες, η περιοχή περνά σταδιακά στις ΑΠΕ, την αποθήκευση και τώρα στις ψηφιακές υποδομές. Η επένδυση ΔΕΗ – AWS αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία αυτής της μετάβασης: η ενέργεια που για δεκαετίες τροφοδότησε τη βιομηχανική Ελλάδα μπορεί να γίνει η βάση για τις υποδομές της νέας ψηφιακής οικονομίας.