Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα οποία παραθέτει σε ανακοίνωσή του ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Πλεκτικής και Ετοίμου Ενδύματος (ΣΕΠΕΕ), οι αποστολές δεμάτων αξίας έως 150 ευρώ ανήλθαν πέρυσι σε 5,9 δισεκατομμύρια, παρουσιάζοντας αύξηση 26% σε σύγκριση με το 2024. Από το σύνολο των εισαγωγών αυτών, το 93% προήλθε από την Κίνα.
Η ανοδική τάση καταγράφεται σταθερά τα τελευταία χρόνια. Οι αποστολές χαμηλής αξίας αυξήθηκαν κατά 75% την περίοδο 2022-2023, ενώ μεταξύ 2023 και 2024 υπερδιπλασιάστηκαν, φθάνοντας τα 4,7 δισεκατομμύρια δέματα. Παρά τον τεράστιο όγκο τους, τα προϊόντα αυτά αντιστοιχούν μόλις στο 2,1% της συνολικής αξίας των εισαγωγών της ΕΕ, καθώς η μέση αξία κάθε δέματος δεν ξεπερνά τα 9 ευρώ.
Ο ΣΕΠΕΕ επισημαίνει ότι η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με την ενίσχυση των διαδικτυακών αγορών και τη διεύρυνση της παρουσίας πλατφορμών χαμηλού κόστους, οι οποίες προσελκύουν καταναλωτές μέσω ιδιαίτερα ανταγωνιστικών τιμών, μεγάλης ποικιλίας προϊόντων, εύκολων διαδικασιών αγοράς και χαμηλού κόστους αποστολής.
Σε επίπεδο όγκου εισαγωγών, η Κίνα κυριαρχεί με ποσοστό 93%, ενώ ακολουθούν το Ηνωμένο Βασίλειο με 2%, οι Ηνωμένες Πολιτείες με 1% και οι υπόλοιπες χώρες με 4%. Σε όρους αξίας, η Κίνα διατηρεί επίσης την πρωτοκαθεδρία με μερίδιο 78%, έναντι 7% του Ηνωμένου Βασιλείου, 3% των ΗΠΑ και 12% των λοιπών χωρών.
Η αλματώδης αύξηση των ηλεκτρονικών παραγγελιών έχει δημιουργήσει σημαντικές προκλήσεις για τις τελωνειακές και εποπτικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες καλούνται να διαχειριστούν έναν πρωτοφανή όγκο προϊόντων που αποστέλλονται απευθείας στους καταναλωτές.
Για τον λόγο αυτό, η ΕΕ προχωρά στην ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου της αγοράς. Όπως αναφέρει ο ΣΕΠΕΕ, από τις αρχές Ιουλίου 2026 θα επιβάλλεται τέλος ύψους 3 ευρώ σε κάθε δέμα χαμηλής αξίας που εισάγεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μέτρο έχει μεταβατικό χαρακτήρα, καθώς μελλοντικά προβλέπεται η αντικατάστασή του από την επιβολή δασμών και στις συγκεκριμένες κατηγορίες αποστολών.
Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, η εξέλιξη αυτή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας των ευρωπαϊκών αρχών να διασφαλίσουν ίσους όρους ανταγωνισμού στην αγορά, ενισχύοντας παράλληλα τους ελέγχους στις εισαγωγές που προέρχονται από τρίτες χώρες.



