Το οικονομικό επιτελείο αισιοδοξεί για την επιστροφή των δανειστών ακόμα και την ερχόμενη Πέμπτη ή Παρασκευή. Το Eurogroup βέβαια είναι αυτό που ουσιαστικά θα ανοίξει το δρόμο κλείνοντας την ημερομηνία.
Ωστόσο η αξιολόγηση δεν είναι δεδομένο πότε θα ολοκληρωθεί αν και η κυβέρνηση είναι έτοιμη να υποχωρήσει σε ότι αφορά τις κόκκινες γραμμές σε δημοσιονομικό, ασφαλιστικί και κόκκινα δάνεια.
Η ελληνική πλευρά ανυπομονεί για την απόφαση της ΕΚΤ για αποδοχή των ελληνικών ομολόγων προκειμένου οι τράπεζες να δανείζονται φτηνότερα και στη συνέχεια να πέσει στο τραπέζι και η ρύθμιση του χρέους. Αυτό άλλωστε ήταν και είναι μία πολιτική «επένδυση» του ΣΥΡΙΖΑ.
Παραμένει επίσης ανοιχτό το ενδεχόμενο η αξιολόγηση να γίνει τμηματικά όπως σταδιακή να είναι και η εκταμίευση της δεύτερης δόσης ύψους 5,7 δισ. ευρώ η οποία ενδεχομένως να δοθεί σε υπο-δόσεις, γεγονός που ίσως πολιτικά έδινε μία ανάσα και χρόνο στη κυβέρνηση, λόγω και του ανοιχτού μετώπου που έχει με το προσφυγικό, αλλά από οικονομικής πλευράς θα παρατείνει περαιτέρω την αβεβαιότητα.
Παρολαυτά κύριος στόχος της κυβέρνησης είναι να κάτσει στο ίδιο τραπέζι με το Κουαρτέτο το οποίο αναμένεται με άγριες διαθέσεις.
Οι Θεσμοί πάντως έχουν προετοιμαστεί για επίλυση των διαφορών με το οικονομικό επιτελείο σε ότι αφορά δημοσιονομικό κενό και ασφαλιστικό.
Κανείς δεν γνωρίζει το ρόλο της Κομισιόν ή το ενδεχόμενο υποχώρησης του ΔΝΤ αλλά το σιγουρότερο είναι ότι η «χρυσή τομή» έχει βρεθεί και θα ξεκινήσουν -εκτός απρόοπτου- τις συζητήσεις με την ελληνική πλευρά με κοινές προτάσεις, ανεβάζοντας το βαθμό πίεσης στην Αθήνα.
Πάντως ΔΝΤ και Ευρωζώνη προσπαθούν εδώ και ημέρες να συγκλίνουν ως προς το ύψος του δημοσιονομικού κενού (305 δισ. ευρώ μέτρα), που βλέπουν μέχρι το 2018.
Βασικός παράγοντας προκειμένου να κλείσει η διαπραγμάτευση όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα είναι να καμφθούν οι διαφορές μεταξύ της Ελλάδας και των δανειστών ως προς το περιεχόμενο των μέτρων.
Από την πλευρά των Θεσμών υπάρχει η διάθεση να καταθέσει η ελληνική κυβέρνηση μέτρα ρεαλιστικά υλοποίησιμα για το δημοσιονομικό κενό, ενώ πηγές αναφέρουν ότι οι δανειστές επιμένουν στη μείωση των συντάξεων και όχι να καλυφθεί το κενό του ασφαλιστικού με αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών.
Σε ότι αφορά το τεράστιο ζήτημα των κόκκινων δανείων, το ΔΝΤ επιμένει στη σκληρή στάση ζητώντας πλήρη απελευθέρωση της αγοράς.
Πάντως τις τελευταίες μέρες υπάρχει έντονο το κλίμα ότι κατόπιν των πιέσεων της Γερμανίας προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τους υπόλοιπους Ευρωπαίους αλλά και την Αθήνα, το δημοσιονομικό κενό προσδιορίζεται κοινή συναινέση πλέον στο 2% του ΑΕΠ, έτσι ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι του προγράμματος ως το 2018.
Μάλιστα, σύμφωνα με το ίδιο σενάριο, το δημοσιονομικό κενό θα μπορούσε να υποχωρήσει στο 1% του ΑΕΠ, εφόσον η Ελλάδα υλοποιήσει πλήρως την ατελείωτη λίστα των μεταρρυθμίσεων που περιγράφονται αναλυτικά στο νέο Μνημόνιο και έχουν μείνει πίσω από τον μήνα Σεπτέμβριο μέχρι σήμερα.
Καίριο ζήτημα αποτελεί βέβαια και το προσφυγικό και το κατά πόσο θα μπορούσε να καθυστερήσει την υλοποίηση του προγράμματος, όπου κοινοτικές πηγές αναφέρουν ότι, αν και θα υπάρξουν επιπτώσεις δημοσιονομικές και κοινωνικές, δεν συμφέρει την Ελλάδα να καθυστερήσει, βάζοντάς το στο τραπέζι της αξιολόγησης.
Ακόμα όμως και αν συμφωνούσαν όλοι σε λύση «πακέτο» -λόγω προσφυγικού- για τα μέτρα έως το 2018 και την ελάφρυνση του χρέους, το τεχνοκρατικό κομμάτι των Θεσμών (ΔΝΤ και ΕΚΤ) δεν μπορούν να διανοηθούν ότι θα μπουν σε αυτό και τα κόκκινα δάνεια. Πηγές έλεγαν πως «οι τεχνοκράτες (ΔΝΤ-ΕΚΤ) θεωρούν άσχετο το προσφυγικό από τις αποφάσεις για την διαχείριση των δανείων από funds». Είναι απόλυτοι ότι «μόνο έτσι» θα καθαρίσει το τοπίο στις τράπεζες, την αγορά και την οικονομία συνολικά.